Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Ταξίδι στο χρόνο με οδηγό το «Δυσσάκο» της Αναστασοπούλου, Χλωπτσιούδης- Ο Δυσσάκος της Αναστασοπούλου, Β. Σιουζουλής


Ελένη Αναστασοπούλου
Γαβριηλίδης
ISBN: 978-960-576-427-2
Την Ελένη Αναστασοπούλου την είχαμε παρουσιάσει και παλαιότερα με αφορμή το βιβλίο της «σκοτωμένο νερό» σημειώνοντας τους διηγηματογραφικούς νεωτερισμούς και την κριτική ματιά της προς τη ζωή της υπαίθρου χωρίς τον αστικό ρομαντισμό
Στο νέο της μυθιστόρημα, «Δυσσάκος» (Γαβριηλίδης, 2015) παρακολουθούμε τη ζωή ενός χωριού. Αν και τυπικά ήρωας είναι ο Δυσσάκος, στην πραγματικότητα η Αναστασοπούλου παρουσιάζει τη ζωή ενός χωριού σε βάθος τριών δεκαετιών μέσα από την τυπική διαστρωμάτωση της εποχής και αντίστοιχη της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται για ένα αντιπροσωπευτικό σύμβολο (το χωριό κι ο Οδυσσέας) προκειμένου η μυθιστορηματογράφος να αποτυπώσει τις κοινωνικές εξελίξεις και να σχολιάσει με το δικό της τρόπο την πρόοδο(;) μιας χώρας που από αγροτοκτηνοτροφική μετατράπηκε πολύ σύντομα σε αστική, την αλλαγή των ίδιων των ανθρώπων. Η συγγραφέας ειρωνεύεται την επιφανειακή αστική εικόνα των χωρικών που τα εγκατέλειψαν για μία καλύτερη ζωή.
Η πλοκή είναι υποτυπώδης και αναγκαία μόνο για την νοηματική εξέλιξη. Υπάρχει βέβαια ένας κεντρικός μύθος, αλλά όχι πλοκή με πολλές μεταβολές και επεισόδια. Η απουσία της πλοκής αντικαθίσταται από τη μετατόπιση του θέματος και την πολυκεντρικότητα. Μέσα από την πολυθεματικότητα της αφήγησης η συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία μέσα στο μυθιστορηματικό πλαίσιο να ανακινήσει με λεπτομέρειες ένα πλήθος θεμάτων.
Καταγράφει τα πολιτικά πάθη των χωριών, εκθέτει τα προβλήματα της ξενιτιάς, τη λειψανδρία στους αγροτικούς οικισμούς όπου τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς πατεράδες, άνδρες που ζουν μόνοι και πεθαίνουν στην ξενιτιά. Μιλά για τη ζωή στα καράβια και τις δυσκολίες στη θάλασσα (θυμίζω ότι μιλάμε για ατμόπλοια κι όχι για τα σύγχρονα πλοία) με τοπωνύμια σχεδόν καββαδικά... Εκθέτει το ρόλο της γυναίκας στην ύπαιθρο και την απόλυτη πατρική εξουσία στην αγροτική οικογένεια. Η ζωή των παιδιών παραμένει στο πρώτο πλάνο σε όλη σχεδόν την πλοκή. Τα σχολεία της εποχής, η παιδική ψυχολογία, ο ρόλος του δασκάλου της εποχής, όπως ακόμη και οι παιδικές αναπηρίες... Έθιμα της υπαίθρου αναβιώνουν στο μυθιστόρημα της Αναστασοπούλου. Κι οφείλω να υπογραμμίσω ότι για μένα, ως κάτοικο πόλης από γεννήσεως, ορισμένα μού ήταν άγνωστα ή κυρίως δεν γνώριζα την λαϊκή αιτιολογία, την επεξήγησή τους.
Ωστόσο, όλα τούτα είναι τόσο καλά "δεμένα" ώστε το πέρασμα από το ένα θέμα στο άλλο δε γίνεται συχνά καν αντιληπτό· οι εγκιβωτισμοί αυτοί δεν ξενίζουν, δεν ξαφνιάζουν. Οι παράλληλες ατομικές ιστορίες συμπλέκονται κι απομακρύνονται για να ξαναενωθούν. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται σταδιακά και με ένα συναρπαστικό τρόπο σε "άσχετη" στιγμή -με αναδρομή αρμονικά τοποθετημένη στον κεντρικό μύθο- η συγγραφέας επιστρέφει για να εξηγήσει ή για να συμπληρώσει μία ιστορία.
Ξεχωριστή και σημαντικότατη θέση -κριτικά- στο βιβλίο κατέχουν οι δύο επιστολογραφίες. Βέβαια η επιστολή ως λογοτεχνικό τέχνασμα δεν είναι κάτι καινούριο. Έχει αξιοποιηθεί πολύ στο παρελθόν ώστε να έχει καταγραφεί ολόκληρη κατηγορία μυθιστορημάτων στα οποία η επιστολή χρησιμοποιείται ως αφηγηματικό μέσο ή παίζει ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής (ας θυμηθούμε τη «Ζωή εν τάφω» του Μυριβήλη).
Η επιλογή της Αναστασοπούλου είναι ιδιαίτερα ευρηματική ως αφηγηματική διέξοδος μέσα από τα γενέθλια γράμματα του Οδυσσέα (από την ξενιτιά στον ανήλικο γιο του) και τις ετήσιες επιστολές της Μαρίκας (σε δεύτερο χρόνο προς το δικό της γιο) για την αφηγηματική επιτάχυνση και τη διαστολή του χρόνου· χωρίς να υποβιβάζει το συναίσθημα ισορροπεί ανάμεσα στη συναισθηματική φόρτιση των πατρικών επιστολών και την πεζότητα των επίκαιρων σχολίων. Αφηγηματικά συμπυκνώνονται όλα τα γεγονότα που απασχολούν τη συγγραφέα μέσα από τη μετατόπιση του θέματος.
Οι δύο επιστολογραφίες με φυσικό τρόπο καταφέρνουν -μέσα στο συμπυκνωμένο χωροχρόνο τους- να εκθέσουν γεγονότα καθοριστικά για την ιστορία του τόπου και με ρεαλιστική μυθοπλασία να αναδείξει τις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας. Δίνεται η ευκαιρία στους ήρωες να σχολιάσουν γεγονότα της εποχής του και επιτρέπουν να αναφανεί η ψυχολογία τους. Μέσα από τα σχόλια αυτά -στολισμένα με πλούσια ειρωνεία- σαρκάζουν πρόσωπα και δίνοντας το πνεύμα της εποχής γεννώντας στοχασμούς στον αναγνώστη που γνωρίζει την εξέλιξη των πραγμάτων.

Εκατοντάδες γεγονότα παρελαύνουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Άλλοτε ξαφνιάζοντάς τον με αστεία συμβάντα που κυριάρχησαν στην επικαιρότητα (όπως η φραπελιά, η συλλογή υπογραφών για τις ταυτότητες κλπ) ή σημαντικά γεγονότα με καθοριστική σημασία (όπως η ανασκαφική επιτυχία του Μανόλη Ανδρόνικου, η φούσκα του χρηματιστηρίου, το πρόβλημα με τα Σκόπια, η εξέγερση του Πολυτεχνείου και η χούντα, το βασιλικό συνταγματικό πραξικόπημα). Πράγματα που όταν τα διαβάζουμε μετά από τόσα χρόνια μας ξαφνιάζουν με την εξέλιξη που γνωρίζουμε για το καθένα.
Και φαίνεται πως απώτερος στόχος της συγγραφέως είναι ακριβώς να κάνει τον αναγνώστη να θυμηθεί το παρελθόν μέσα από μία σύντομη κι εύληπτη ανασκόπηση και να σκεφτεί -γνωρίζοντας πια την εξέλιξη των πραγμάτων- πόσο αγωνιούσε και πόσο είχε πονέσει με καταστάσεις του παρελθόντος. Κάπου ο αναγνώστης θα πονέσεις και τις περισσότερες φορές θα γελάσει, αλλά κυρίως θα καταλάβει -μέσα στο βίαιο κι ανασφαλές παρόν του- πόσο κατευθυνόμενα ήταν τα πράγματα κάποτε και ποιοι τελικά κέρδιζαν από εκείνο τον αποπροσανατολισμό ή σε ποιους έδινε σημασία θεωρώντας τους "ειδικούς".

"Ενας θαυμάσιος αφηγηματικός καμβάς" Κριτική στην εφ. Ελευθερία τςη Λάρισας

ΔΥΣΣΑΚΟΣ:κριτική στην εφ. Ελευθερία, από τον Τάσο Μάτο, Φιλόλογο MhD

Στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Δυσσάκος» η Ελένη Αναστασοπούλου δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο μυθιστορηματικό / αφηγηματικό σύμπαν, το οποίο δομείται κάθετα και οριζόντια από ποικίλους άξονες.
Ο άξονας πάνω στον οποίο πλέκεται ο αφηγηματικός καμβάς είναι εκείνος της διαδοχής στον χρονικό ορίζοντα τριών γενεών. Οι χαρακτήρες και τα γεγονότα που συμπλέκονται με την πρώτη γενιά «προοικονομούν» και προσδιορίζουν τη μοίρα, τις επιλογές και την πορεία των ηρώων των επόμενων γενεών, ενώ η εξιστόρηση στην ουσία επικεντρώνεται αποφασιστικά στην ιστορία της τρίτης της πλέον σύγχρονης προς τον αναγνώστη γενιάς.
Εξίσου σημαντικός είναι και ο άξονας των εμποδίων τα οποία στήνονται,σχεδόν ανυπέρβλητα, απέναντι στους ήρωες και δεν τους επιτρέπουν να συναντηθούν και να ευτυχήσουν. Δύο είναι οι κατηγορίες των εμποδίων αυτών: τα πρώτα είναι εκείνα που «σχετίζονται με τον εσώτερο ανθρώπινο ψυχισμό και τα σκοτεινά βάθη του», ενώ τα δεύτερα έχουν να κάνουν με τα «κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια στα οποία οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι». Και τα δύο αυτά είδη εμποδίων πνίγουν την ύπαρξη αλλά οι ήρωες – πραγματικοί μαχητές της ζωής σε όλα τα επίπεδα – καθείς με τον τρόπο και τα όπλα του – μάχονται, πέφτουν, αλλά πάντα σηκώνονται· με μια κουβέντα ο Δυσσάκος και τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου αποτελούν αφηγηματικά αρχέτυπα ηρώων που αγαπούν με πάθος τη ζωή και προσπαθούν να βιώσουν την αλήθεια της, όποιο κι αν είναι το τίμημα.
Ο χρονικός ορίζοντας εκτείνεται από την δεκαετία του 1960 και φτάνει μέχρι το σήμερα. Με την αρχή της ανάγνωσηςσυναντιόμαστε με τους ανθρώπους δύο οικογενειών: της Μαρίας και του Δυσσάκου. Οι άνθρωποι της πρώτης πολεμούν για να αντιμετωπίσουν νοσηρούς ανθρώπινους ψυχισμούς: ένας θετός «πατέρας» / «προστάτης», μια στυγνή εξουσιαστική φιγούρα - που προκαλεί μόνο πόνο σε αυτές, κακοποιώντας τες σωματικά και ψυχικά. Ο φασισμός που γεύεται η Φωτούλα και η κόρη της η Μαρία (βασική ηρωίδα του έργου) δεν παραπέμπει στην σφαίρα της πολιτικής με την στενή έννοια του όρου. Η ζωή τους είναι μαρτυρική και ο αγώνας τους για απελευθέρωση και χειραφέτηση είναι άνισος, αλλά δεν παύουν να αγωνίζονται. Οι άνθρωποι της δεύτερης οικογένειας έχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της πολιτικής τους ιδεολογίας και δράσης: είναι αριστεροί στην σκληρή δεκαετία του ’60. Το μικρό χωριό δεν έχει μόνο καλούς ανθρώπους όπως ο δάσκαλος και ο παπάς. Έχει και τον χαφιέ του, που είναι έτοιμος να κατασπαράξει όσους δεν εμφορούνται από τα «εθνικώς κατάλληλα» φρονήματα. Έτσι ο Οδυσσέας, φεύγει στα καράβια για να αποφύγει συλλήψεις και εξορίες και γίνεται ένας «πατέρας από χαρτί», καθώς οι δικοί του παίρνουν αραιά και που κάποιες επιστολές του. Ο μικρός Δυσσάκος και η μητέρα του βιώνουν με οδύνη την απουσία του.
Τα δύο παιδιά των οικογενειών η Μαρία και ο Δυσσάκος,στην πρώιμη ερωτική τους φιλία,γεύονται το καθένα τους δύο αυτούς φασισμούς, οι οποίοι στην πραγματικότητα αναδεικνύεται πως παραπέμπουν στο ίδιο πράγμα: είτε είναι πολιτική είτε ψυχολογική, η επιβολή και η εξουσία επιζητούν να ρυθμίσουν και να ελέγξουν κάθε πτυχή της ζωής των ανθρώπινων υποκειμένων. Τα θύματα Μαρία και Δυσσάκος, προσπαθώντας να δραπετεύσουν από την επιβολή που βασανίζει τον καθένα τους και να χειραφετηθούν, «χάνονται», ενεργούν σπασμωδικά και το πληρώνουν ακριβά. Μετά από ένα δραματικό κρεσέντο / κάθαρση, με το οποίο αποχωρούν βίαια από το προσκήνιο ένοχοι κι αθώοι της παλιάς τους ζωής, συναντιούνται ξανά και από την αργοπορημένη τους ένωση, γεννιέται ο καρπός του έρωτά τους, ο Φωκάς. Η καρποφόρα αυτή συνάντηση όμως δεν θα έχει ένα γλυκερό ευτυχισμένο τέλος: ο Δυσσάκος ακολουθώντας την οδυσσεϊκή του φύση, θα ζητήσει καταφύγιο στην φυγή και το ταξίδι, ενώ ο Φωκάς, ως Οιδίπους, θα ζητά επίμονα να βρει «ποιος είναι».
Πέρα από την εξόχως εμπνευσμένη αφηγηματική πρώτη ύλη, ο Δυσσάκος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς η εξέλιξη της ιστορίας διαπλέκεται πολύ έντεχνα με τα ιστορικά γεγονότα των τελευταίων πενήντα χρόνων, τα οποία υπομνηματίζουν τις σκέψεις και τα λόγια των ηρώων. Με αυτό τον τρόπο οι λογοτεχνικοί ήρωες της Αναστασοπούλου αποκτούν σάρκα και οστά, ενώ η δράση τους παρουσιάζεται ολοζώντανη και εύλογη, καθώς τοποθετείται μέσα σε συμφραζόμενα τα οποία ενεργοποιούν εκείνες τις αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, που καθοδήγησαν τις σκέψεις και τις ενέργειες της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ο αναγνώστης βλέπει μπρος στα μάτια του δράσεις και συμπεριφορές, ενώ στο backgroundδιακρίνει την κυρίαρχη κουλτούρα της εποχής μας στην ολότητά της.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι ήρωες ζουν αλλεπάλληλες και ταυτόχρονες συγκρούσεις: από την μια η αγάπη, η αυθεντικότητα, η δίψα για ζωή με νόημα, η συνάντηση και ο έρωτας και από την άλλη η έλλειψη της αγάπης, η ψεύτικη ζωή, η καταπιεστική ανελευθερία, η αναχώρηση και οι χωρισμοί. Ας μην θεωρήσει κανείς ότι η δόμηση με βάση αυτούς τους αντιθετικούς άξονες κάνει την αφήγηση απλοϊκή και απλουστευτική. Στην ιστορία του Δυσσάκου δεν έχουμε τους καλούς από εδώ και τους κακούς από εκεί: έχουμε την τυραννία της επιβολής και της εξουσίας, περιβεβλημένης είτε ψυχολογικό είτε κοινωνικό μανδύα, η οποία διαποτίζει και διαπερνά με φανερό – κυρίως όμως με αδιόρατο τρόπο – τηνπεριπέτεια που ονομάζεται ανθρώπινη ζωή. Και οι ήρωες αντιμάχονται αυτόν ακριβώς τον ολοκληρωτισμό και την επιβολή.
Πώς κεντιέται όμως όλος αυτός ο αφηγηματικός καμβάς; Πώς καταφέρνει ο «Δυσσάκος» να δημιουργεί στον αναγνώστη μια διάθεση νοσταλγική και τρυφερή παρόλο που τα γεγονότα που ιστορούνται συντρίβουν τους ήρωες; Κατ’ αρχάς είναι το πηγαίο και αυθεντικό χιούμορ που διακρίνεται με σαφήνεια σε πολλά σημεία και δεν αφήνει την αφήγηση να μεταπέσει σε μελοδραματισμούς. Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει και αποτελεί δείγμα μεγάλης ευαισθησίας της δημιουργού του, είναι η χρήση της εικόνας ως εκφραστικού εργαλείου. Θα ‘λεγε κανείς πως ο Δυσσάκος είναι φιλοτεχνημένος με κινηματογραφική ματιά: σε κάθε σελίδα ξεπηδούν εικόνες του Ταρκόφσκι και σκηνές των Ταβιάνι. Σε μια σκηνή λοιπόν ο παππούς Δυσσέας για να περνά την ώρα του «χαράζει με το σουγιά μια βέργα σχηματίζοντας στη φλούδα τετράγωνα, ρόμβους και κυκλάκια». Εκείνη την στιγμή έρχεται το πρώτο γράμμα από τον χαμένο από χρόνια γιο του με άσχημα νέα. Ο παππούς δεν μιλά· «... χάραξε ένα κυκλάκι στη φλούδα και στο κέντρο του έπεσε το δάκρυ που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ...».
Το ίδιο ποιητικός και ο χρονότοπος της αφήγησης που παραπέμπει σε μαγική λογοτεχνία, γεγονός που επιτείνεται από τα εξωτικά τοπωνύμια: Γκραντίσκα, Πραμόρτσα, ΚιάτραΝτισικιάτα. Οι ήρωες Πρωτεϊκοί όσο και ρεαλιστικοί: ο αναγνώστης μένει με την γόνιμη απορία για το ποιος από τα τρία πρόσωπα που εμφανίζονται με το ίδιο όνομα είναι το πρωταγωνιστικό: ο παππούς Δυσσέας, ο γιος Οδυσσέας ή ο εγγονός Δυσσάκος;
Ο Δυσσάκος είναι ένα αφήγημα με το οποίο ο αναγνώστης θα αισθανθεί απόλαυση, ενώ αυθόρμητα δεν θα μπορέσει να αποφύγει και το στοχασμό της ζωής των ηρώων του έργου αλλά και της δικής του ζωής. Είναι το αφήγημα των τελευταίων πενήντα χρόνων της ελληνικής κοινωνίας· στην εξιστόρηση αυτή ο καθένας μας θα διακρίνει με σαφήνεια τις υποθήκες που έχουν εγγραφεί και τις σφραγίδες που έχουν τεθεί στις ζωές όλων μας.

Ο "Δυσσάκος" κέρδισε το αναγνωστικό κοινό, εφ. Ελευθερία, Λάρισα

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ στην Εφημερίδα Ελευθερία 1/2/2016




Το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Αναστασοπούλου με τίτλο «Δυσσάκος» αποτελεί ένα ολοκληρωμένο αφηγηματικό σύμπαν, που αναφέρεται στην παράλληλη ιστορία δύο οικογενειών σε χρονικό ορίζοντα τριών γενεών. Οι ήρωές της πραγματικοί μαχητές της ζωής, καθείς με τον τρόπο και τα όπλα του, μάχονται, πέφτουν, αλλά πάντα σηκώνονται· πρόκειται για αφηγηματικά αρχέτυπα ηρώων που αγαπούν με πάθος τη ζωή και προσπαθούν να βιώσουν την αλήθεια της, όποιο κι αν είναι το τίμημα.

Οι άνθρωποι της οικογένειας της Μαρίας πολεμούν το νοσηρό ανθρώπινο ψυχισμό ενός θετού «πατέρα» / «προστάτη», μιας στυγνής εξουσιαστικής φιγούρας. Η οικογένεια του Δυσσάκου παλεύει με τις συνέπειες της πολιτικής της ιδεολογίας: αριστεροί στην σκληρή δεκαετία του ’60. Ο Οδυσσέας, ταξιδεύει για να αποφύγει εξορίες· γίνεται ένας «πατέρας από χαρτί». Παρόλο που φαίνονται ασύμπτωτοι, οι δύο αυτοί φασισμοί παραπέμπουν στο ίδιο πράγμα: είτε ψυχολογική είτε πολιτική, η επιβολή ζητά να ελέγξει κάθε πτυχή της ζωής των ηρώων. Τα παιδιά - θύματα Μαρία και Δυσσάκος, προσπαθώντας να δραπετεύσουν από την επιβολή των δεσμών τους, βιώνουν μια όμορφη «ερωτική φιλία». «Χάνονται» όμως, ενεργούν σπασμωδικά και το πληρώνουν. Μετά από ένα δραματικό κρεσέντο, με το οποίο αποχωρούν βίαια από το προσκήνιο ένοχοι κι αθώοι της παλιάς ζωής, συναντιούνται και από την αργοπορημένη τους ένωση, γεννιέται ο καρπός του έρωτά τους, ο Φωκάς. Η συνάντηση αυτή όμως δεν θα έχει ένα γλυκερό τέλος: ο Δυσσάκος ακολουθώντας την οδυσσεϊκή του φύση, δραπετεύει ταξιδεύοντας, ενώ ο Φωκάς, ως Οιδίπους, ζητά επίμονα να βρει «ποιος είναι».

Πέραν της εμπνευσμένης αφηγηματικής πρώτης ύλης, ο «Δυσσάκος» είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς η εξέλιξη της ιστορίας διαπλέκεται έντεχνα με πλήθος ιστορικών γεγονότων, που υπομνηματίζουν τις σκέψεις και τα λόγια των ηρώων. Έτσι η δράση των λογοτεχνικών ηρώων παρουσιάζεται ολοζώντανη και εύλογη, τοποθετημένη σε συμφραζόμενα, που ενεργοποιούν αναπαραστάσεις οι οποίες καθοδήγησαν τις σκέψεις και τις ενέργειες της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια. Οι ήρωες ζουν αλλεπάλληλες συγκρούσεις: από την μια η αγάπη, η αυθεντικότητα, η δίψα για ζωή με νόημα, η συνάντηση και ο έρωτας και από την άλλη η έλλειψη της αγάπης, η ψεύτικη ζωή, η καταπιεστική ανελευθερία, η αναχώρηση και οι χωρισμοί. Οι συγκρούσεις αυτές γίνονται το προσκήνιο πίσω από το οποίο αναδύεται η τυραννία της επιβολής και της εξουσίας, περιβεβλημένης είτε ψυχολογικό είτε κοινωνικό μανδύα, η οποία διαποτίζει και διαπερνά – μάλλον με αδιόρατο τρόπο – την περιπέτεια που ονομάζεται ανθρώπινη ζωή.

Πώς κεντιέται όμως όλος αυτός ο αφηγηματικός καμβάς; Πώς καταφέρνει ο «Δυσσάκος» να δημιουργεί στον αναγνώστη μια διάθεση νοσταλγική και τρυφερή παρόλο που τα γεγονότα που ιστορούνται συντρίβουν τους ήρωες; Κατ’ αρχάς είναι το πηγαίο και αυθεντικό χιούμορ που δεν αφήνει την αφήγηση να μεταπέσει σε μελοδραματισμούς. Εκείνο όμως που αποτελεί δείγμα μεγάλης ευαισθησίας της συγγραφέως, είναι η χρήση της εικόνας ως εκφραστικού εργαλείου. Η ματιά είναι σαφώς κινηματογραφική: σε κάθε σελίδα ξεπηδούν εικόνες του Ταρκόφσκι και σκηνές των Ταβιάνι. Το ίδιο ποιητικός και ο χρονότοπος της αφήγησης που παραπέμπει σε μαγική λογοτεχνία, γεγονός που επιτείνεται από τα εξωτικά τοπωνύμια: Γκραντίσκα, Πραμόρτσα, Κιάτρα Ντισικιάτα. Οι ήρωες Πρωτεϊκοί όσο και ρεαλιστικοί: ο αναγνώστης μένει με την γόνιμη απορία για το ποιος από τα τρία πρόσωπα που εμφανίζονται με το ίδιο όνομα είναι το πρωταγωνιστικό: ο παππούς Δυσσέας, ο γιος Οδυσσέας ή ο εγγονός Δυσσάκος;

Ο Δυσσάκος είναι ένα αφήγημα με το οποίο ο αναγνώστης θα αισθανθεί απόλαυση, ενώ αυθόρμητα δεν θα μπορέσει να αποφύγει και το στοχασμό της ζωής των ηρώων του έργου αλλά και της δικής του ζωής. Είναι το αφήγημα των τελευταίων πενήντα χρόνων της ελληνικής κοινωνίας· στην εξιστόρηση αυτή ο καθένας μας θα διακρίνει με σαφήνεια τις υποθήκες που έχουν εγγραφεί και τις σφραγίδες που έχουν τεθεί στις ζωές όλων μας.



                                                                                                                     

                                                                                 Τάσος Μάτος

                                                                                 Φιλόλογος, PhD
                                     Πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων ν. Λάρισας