Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

http://www.bookia.gr/index.php?action=book&bookid=213429&booklabel=%CE%9F%20%CE%9C%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%BF%CE%B9%20%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%82

  5
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
11-01-2017 08:58
Υπέρ  Καθηλώνει, Ανατρεπτικό, Διδακτικό, Πλούσια πλοκή, Τεκμηριωμένο
Κατά  
Σ’ ένα χωριουδάκι πέρα μακριά στην Αφρική, στο Κιπέρα, ζούν...

σε καλύβες από χώμα και άχυρο, οικογένειες με παιδιά χαρούμενα και ευτυχισμένα. Η Μπιμπι, η έγκυος μαμά του Αζιζ κάθε μέρα κουβαλούν νερό σε κουβάδες και τρώνε ουγκάλι από νερό , αλεύρι και καλαμπόκι. Για γλυκάκι έχουν ένα κομμάτι ζαχαροκάλαμο! Ο μπαμπάς του Αζιζ αναγκάζεται να δουλεύει μακρία σε μια πολιτεία και φεύγει από το σπίτι για πολλές μέρες.

Ο μικρός Αζιζ κάνει όνειρα και σχέδια για το μωρό που θα γεννηθεί, για το όνομά του, για τα παιχνίδια που θα παίζουν… Έχει κιόλας έτοιμη μια μπάλα από κουρέλια. Μαζί με τους φίλους τους παίζουν με αυτοκινητάκια που φτιάχνουν από πλαστικά μπουκάλια και καπάκια, με κούκλες που φτιάχνουν από πανιά και μαλλιά από τα μουστάκια από τα καλαμπόκια… τι ευτυχία και τι ανυπομονησία για τον ερχομό του μωρού!

Όμως πέρα στην άκρη του χωριού ζούσε ο Μπαμπαγιούμ , που αγαπά τις καραμέλες και καθόλου μα καθόλου τα παιδιά. Θα μου πείτε καραμέλες στο Κιπέρα; Πως; Οι μζούγκου (λευκοί άθρωποι) σκορπίζουν πίπι, όταν περνούν με τα μεγάλα αυτοκίνητα τους. Βροχή η καραμέλες-πίπι. Τα παιδιά τις τρώνε και τα καραμελόχαρτα τα δίνουν στον Αζιζ που κάνει συλλογή.

Θα καταφέρει η μυρωδιά από τα τόσα καραμελόχαρτα να φτάσει ο Μπαμπαγιουμ μέσα στο χωριό; Τι θα κάνει ο Αζιζ όταν δει να λείπει όλη η συλλογή του; Η αγριοφωνάρα του Μπαμπαγιούμ πως θα γίνει ένα χαμόγελο από μια φέτα φεγγαριού;

Τα χρυσόχαρτα, η μαγική νύχτα της γέννησης του μωρού της Μπίμπι, το κλάμα του μωρού, τα γέλια και οι φωνές των παιδιών, το ασημένιο χαμόγελο από τη σελήνη, το μυρωδάτο γιασεμί έχουν τόσο δύναμη που μπορούν να μαλακώσουν ακόμα και τη σκληρή καρδιά του Μπαμπαγιούμ.

Το βιβλίο «Ο Μπαμπαγιούμ και οι καραμέλες» της Ελένης Αναστασοπούλου, σε εικόνες της Θέντα Μιμηλάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διάπλους, μας μεταφέρει σε μια κοινωνία που ο τρόπος ζωής και οι συνήθειες των κατοίκων διαφέρει πολύ από τη δική μας καθημερινότητα.

Είναι ένα παραμύθι που ξεκλειδώνει μια πόρτα στον κόσμο, μια πόρτα να απολαύσει ο μικρός αναγνώστης μια διαφορετική κουλτούρα, ήθη και έθιμα ενός άλλου τόπου. Το cd που περιέχει το βιβλίο ενισχύει ακόμα αυτό το ταξίδι με την αφήγηση της συγγραφέας αλλά και με τα ηχογραφημένα τραγούδια από τα ίδια παιδιά του Κιπέρα, αλλά και του Κινταμάλ.

Όσο για την εικονογράφηση της Θέντας Μιμηλάκη είναι πραγματικά κάθε εικόνα κι ένας πίνακας ζωγραφικής. Χρώματα γήινα, μοτίβα αφρικάνικα, βλέμματα μου σε μαγνητίζουν, σε μεταφέρουν στο τοπίο και στον κόσμο του Κιπέρα.
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Παρουσιάσεις του "Δυσσάκου" της Ελένης Αναστασοπούλου

Διαβάστε παρακάτω τρεις βιβλιοπαρουσιάσεις του μυθιστορήματος "Δυσσάκος" της Ελένης Αναστασοπούλου σε σχετικές εκδηλώσεις.

Η πρώτη από τον Τάσο Μάτο (Θέατρο ΟΥΗΛ - Λάρισα)
Η δεύτερη από την Θεοδώρα Μπλάκου (Εμμανουήλειο - Τύρναβος)
Η τρίτη από τον Μανώλη Μπαντραλέξη (Εμμανουήλειο - Τύρναβος)

Πρόκειται για ευτυχή συγκυρία μιας και η συγγραφέας του Δυσσάκου όπως και όσοι έγραψαν γι' αυτόν είναι μέλη των Φίλων της Βιβλιοθήκης.

http://filoi-vivliwn.blogspot.gr/2016/04/blog-post.html

 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Το Σκοτωμένο Νερό ως Schisandra chinensis απο τον Ν. Μπαλιάκα



Schisandra chinensis


Η Schisandra chinensis ή επί το ελληνικώτερον Σχιζάνδρα η κινεζική, είναι ένα από τα φυτά υπερτροφές όχι τόσο γνωστό μέχρι στιγμής στο ευρύτερο κοινό, αλλά αναντικατάστατο πανάρχαιο βοήθημα στην κινεζική εναλλακτική ιατρική. Οι μικροί κατακόκκινοι καρποί της ωριμάζουν σε τσαμπί. Η γεύση τους έχει ένα μείγμα από ξινό, γλυκό, αλμυρό, καυτό, και πικρό ταυτόχρονα. Αυτή ήταν και η πρώτη αίσθηση που με κυρίεψε σαν έκλεισα το οπισθόφυλλο του «Σκοτωμένου Νερού» ολοκληρώνοντας την ανάγνωση. Ένα τσαμπί διηγήματα με τις πέντε γεύσεις ατάκτως και με άνισες δόσεις αναμεμειγμένες, και μια επίγευση από ανατριχιασμένη απώλεια.  Η πρώτη σκέψη, η πρώτη όσφρηση, η πρώτη φαντασίωση. Άλλωστε αυτό το πρώτο συναίσθημα συνήθως έχει και την μεγαλύτερη σημασία. Το δεύτερο, το τρίτο μετά, αφορούνε πλέον την  διύλιση, την απομυθοποίηση και την διαλογή των κειμένων και κατά πως ο καθένας θα τα φορέσει μέσα του ή έξω του, ή και ενδεχομένως να τα απορρίψει.
Καθαρή γραφή, ισορροπημένη, χωρίς εικοτολογίες και περιττές λογοτεχνικές ακροβασίες, οδηγεί την εκάστοτε υποκειμενική  ερμηνεία του αναγνώστη μέσα σε μια ταλάντωση μεταξύ περιγραφικής καθημερινότητας και εξασθενημένου πλην τίμιου και χωρίς διάθεση ειρωνείας σαρκασμού, ο οποίος ενίοτε μετατρέπεται σε υφέρποντα αυτοσαρκασμό, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης μιας εσωτερικής διαχείρισης της συγγραφέως, κυρίως από την σκοπιά του αποστασιοποιημένου παρατηρητή.
Οι γραμμένες εικόνες της, δίνουν μια αίσθηση ασπρόμαυρων φωτογραφιών επιχρωματισμένων όμως με τον παλιό εκείνο τρόπο του χεριού, και της τετραχρωμίας, που δεν μπορούν να κρύψουν ούτε να απαλύνουν τα βλέμματα των φωτογραφημένων. Εκείνα τα τρομερά, άψυχα και αδιάφορα βλέμματα που πάντα κοιτάνε κάτι πίσω σου. Μακρυά. Και κάθε φορά που τελείωνα ένα διήγημα, φρόντιζα πριν ανάψω το επόμενο, να κοιτάξω γύρω μου να δω αν κανείς, και από που στο διάολο με  κοιτούσε.
Ο ποιητής Βασίλης Σιουζούλης στην κριτική του στην εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας αναφέρει μεταξύ άλλων ιδιαίτερα σημαντικών, πως το βιβλίο είναι «Γνήσια ερωτικό, γυναικείο, πέρα, πέρα, αληθινό. Περπατάει χωρίς φερετζέ. Σεμνό όχι σεμνότυφο». Εγώ σήμερα εν μέρει θα τοποθετηθώ διαφορετικά. Δεν είναι ακριβώς γυναικείο, είναι ανθρώπινο. Είναι πολύ πολύ μακρυά από εκείνη την γνωστή και απόλυτα ανιχνεύσιμη γυναικεία πένα η οποία δεκαετίες τώρα ομφαλοσκοπεί γύρω από υπερτονισμένες συναισθηματικές και μόνο εσωστρέφειες, αναπαράγοντας, σχεδόν φωτοαντιγράφοντας, την ίδια κλισέ θεματολογία. Αλλά ούτε και τόσο ερωτικό κατά την δική μου πρώτη προσέγγιση. Όχι τουλάχιστον με την πρώτη αίσθηση που νοιώθουμε σήμερα όταν ακούμε την λέξη ερωτικό. Εδώ ο έρωτας είναι ξεβράκωτος και παίζει με τις λάσπες έξω σε μια αλάνα. Όποιος τολμάει ας τον πάρει στα χέρια του να τον πλύνει.
Σε μια πρώτη κατ’ ιδίαν συζήτηση με την Ελένη της είπα πως έχει ένα «αντράκι» μέσα της κάτι που τουλάχιστον προσέλαβα από τις αναγνώσεις μου. Γενικά ο λόγος της, όπως λέμε στην αργκό, «δεν μασάει». Απουσιάζουν παντελώς, και ευτυχώς δηλαδή οι χαριτωμενιές και οι γλυκανάλατες κραυγούλες και ρομαντικές λιγοθυμίες. Ακολουθεί υποδειγματικά  ένα στιβαρό μοντέλο διήγησης με εκφορά λόγου απόλυτα κατανοητή. Αποδέχεται τον χωροχρονικό τροχό στο κύλισμά του και παράγει ή αναπαράγει τους χαρακτήρες της με πραότητα, τίμια προσέγγιση, με καθαρές γραμμές, χωρίς οίκτους, μεμψιμοιρίες και ανάλογες χαζοηθικές αηδίες προκειμένου να προκαλέσει την συναισθηματική αφύπνιση του αναγνώστη. Η πλοκή, η ροή και οι χαρακτήρες αρκούν. Τους υπηρετεί μέσα από ένα κείμενο από το οποίο απουσιάζουν οι ακμές, ρέει αβίαστα, κελαρύζει σχεδόν εξαχνωμένο, όπως ο χείμαρρος  Σκοτωμένο Νερό στο Βόϊο, χωρίς την παραμικρή λυρική διάθεση. Παρόλα αυτά είναι εξόχως κοφτερό αλλά και παράδοξα μη φονικό. Από τα πρόσωπά της κλέβει στιγμές της ζωής τους, τις κορνιζάρει σε μεταλλικές κορνίζες και τις καρφώνει με δυνατά χτυπήματα, μεθοδικά, τελεσίδικα, πάνω σε έναν τοίχο πυκνής, τρομώδους ηθικής, η οποία συστηματικά υπονομεύει την ζωή τους.
Ο Μίμης, ο/η Πάτσιαβους, ο Σωτήρης ο Σάλιαγκας, η Αργυρώ, ο Λάκης ή ο επί το θρησκευτικώτερο Ιεροκλής, η πόρνη, η Μυρτώ, ο Σταμάτης που έγινε Στράτος, κλπ, χαρακτήρες μονολιθικοί, σιωπηλοί, περήφανοι, αξιοπρεπέστατοι, υπαρκτοί. Χαρακτήρες που όλοι μας κάποτε προσπεράσαμε αδιάφορα στην αποστειρωμένη καθημερινότητά μας έστω και μια φορά στην ζωή μας. Δεν προκαλούν λύπηση, συναισθήματα καρτερίας και συμπαράστασης. Δεν είναι καημένοι, δεν είναι αναξιοπαθούντες, δεν είναι θλιβεροί. Μοιάζουν σκιές σαρκωμένες. Σκιές που αγγίζονται, αν αυτό ποτέ μπορούσε να είναι δυνατόν, που ψηλαφίζονται, που συμπεριφέρονται. Σκιές αποκομμένες από τον σκιορίχτη τους. Ταξιδιάρες στα παράλληλα υφέρποντα συμβάντα των διηγηματικών  μικρόκοσμων της Ελένης. Τις αισθάνεσαι να διασχίζουν τους δρόμους με τα αυτοκίνητα  να περνούν μέσα τους. Σκιές που διαπερνούν ανενόχλητες τοίχους, αντικείμενα, αναμνήσεις. Ένα ολόκληρο λυκοφωτισμένο ιδιόχρονο και άχρονο παράλληλο σύμπαν, ουδέτερο, φωτογραφικό, μονοδιάστατο μα και παράδοξα παλλόμενο και πότε σφριγηλό. Μια ολόκληρη μετανάστευση ψυχών σε έναν αέναο ατέρμονο βηματισμό σχεδόν τελετουργικό. Μια μετανάστευση χωρίς κλισέ συναισθήματα, χωρίς ανόητες και φλύαρες λογοτεχίζουσες κορώνες, χωρίς αποχαιρετιστήρια μαντήλια να ανεμίζουν λυγμούς και δάκρυα. Οι διάσπαρτοι αφορισμοί σε καμία περίπτωση δεν προβάλλονται με την ξιπασιά μιας σύγχρονης δοκησίσοφης αμετροεπούς φιλοσόφου, αλλά με εκείνο τον τρόπο που τον βλέπεις γρατσουνισμένο στους τοίχους και στα παγκάκια προκειμένου να διαπιστώσει το νομοτελειακό των δικών της ορίων.
Η συγγραφική της είναι εξόχως εικονιστική με σιωπηλές κραυγές οι οποίες είναι συνήθως και οι πιο εκκωφαντικές. Αν θα μπορούσαν να περιγραφούν θα ήταν όπως εκείνη η στιγμή όταν κλείνουμε τα αυτιά μας και μιλάμε μέσα μας, σε έναν εαυτό δικαστή που μας κοιτάζει ψυχρά από απέναντι. Ακίνητος! Αυτό συναινεί και στην εν μέρει κινηματογραφική γραφή αφού η Ελένη μοιάζει κλεισμένη  στο δωμάτιο του μοντάζ μοντάροντας με σπουδή σπαράγματα παλαιών φιλμ και βιντεοκασετών για να φτάσει στο μικροαστικό, ημι-επαρχιακό μα και αβάσταχτα τρυφερό, ήσυχο και ανθρώπινο φινάλε. Και μετά, με τον καφέ στο χέρι, σου λέει εγώ αυτό έφτιαξα. Και έτσι είναι για εμένα. Δεν αλλάζει. Τώρα πάρε το εσύ και κάνε το δικό σου. Αν τολμάς. Η αν δεν το θέλεις πέτα το. Για μένα, πάλι έτσι θα είναι.
Το δέος της απλότητας

Νίκος Μπαλιάκας, Ανθρωπ. επιστήμες-Ελληνικός πολιτισμός
Καστοριά 13/12/2013