Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/14584-mproymyta 

«Μπρούμυτα» της Ελένης Αναστασοπούλου

 «Μπρούμυτα» της Ελένης Αναστασοπούλου

«Τον βλέπεις αυτόν; Κοίτα πώς τον κατάντησε η ρουφιάνα!»[1]

Πριν προλάβω να ρωτήσω οτιδήποτε, με καθίζει κι αρχίζει να μιλάει, ενώ εγώ σκέφτομαι τα έγγραφα που με περιμένουν και τα βάζω με τον εαυτό μου που δεν μπορώ να πω όχι στις ιστορίες, και ιδιαίτερα αυτές των ηλικιωμένων, συνήθεια, εδραιωμένη παιδιόθεν, ομολογουμένως απολαυστική.

«Αυτός που λες ήταν καπετάνιος, ένα καράβι να! μετά συγχωρήσεως, κουμαντάριζε τα κύματα, αλλά το σπίτι του όχι. Εκεί διαφεντεύουν οι γυναίκες, τελεία και παύλα. Από παράδεισο το κάνουν κόλαση στο άψε σβήσε. Εμένα που με βλέπεις, τολμάω να πω κουβέντα στην κυρα-Πόπη; Με πήρε και με σήκωσε. Τι; Δεν τα λέω καλά; Άκου, λοιπόν…»

«Κάνεις ζαβολιές», είπα του κυρ Μήτσου, επισημαίνοντάς του πως θέλει να με προκαταλάβει, καθιστώντας υπεύθυνες τις γυναίκες για όλα τα καλά και τα κακά της ανθρωπότητας, αθωώνοντας έτσι το ανδρικό είδος. Το τσίγκλισμα πέτυχε κι άρχισε το λογύδριο, ότι είμαστε αχάριστες και πως μόνο ο Θεός κι εμείς έχουμε τέτοια δύναμη και πάλι δεν μας αρέσει και δεν είπε αυτός ότι οι άνδρες είναι «νερό για λειτουργιά», αλλά, βρε αδερφέ, η γυναίκα είναι αλλιώς και…

«Σταμάτα να με μπερδεύεις, γιατί θέλω ν’ ακούσεις την ιστορία του καπετάνιου. Όχι, δεν είναι ντόπιος, ξενομερίτης, νησιώτης είναι. Έθαψε τη μάνα του, απ’ τον καημό της πέθανε, κι έφυγε, δεν άντεχε να τον λυπούνται και να τον κοροϊδεύουν πίσω απ’ την πλάτη του. Να τα πάρω με τη σειρά», είπε και ο καφές έγινε τσίπουρο, η παρέα μεγάλωνε, όπως και η στοίβα των εγγράφων στο γραφείο, υπέθετα. Αύριο θ’ αλλάξω δρόμο, σκέφτηκα και ήπια στην υγειά του κυρ Μήτσου και της Κριστίν της κομμώτριας, που μας κοίταζε με ζήλια, ενώ έβαφε μια ρίζα.

«Ο πρωτοκαπετάνιος, που λες, τότε ήταν δεύτερος, πήγε στο πανηγύρι, μαύρη ώρα, στο διπλανό νησί κι εκεί την ερωτεύτηκε αμέσως, δεν είχε καιρό για χάσιμο, σ’ ένα μήνα μπαρκάριζε πάλι. Όμορφη, μικρούλα, δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Μάνι μάνι, παρά τις αντιρρήσεις της μάνας του, στεφανώθηκαν, την έκανε κυρά κι αρχόντισσα. Φαινόταν καλό κορίτσι, ήσυχο, στρωμένο, για σπίτι. Μπάρκαρε, αλλά το μυαλό του ήταν πίσω. Πώς έτυχε το μπάρκο, σε σαράντα μέρες γύρισε στο νησί για τρεις ολόκληρους μήνες. Την είδε, τη δοκίμασε, τη χόρτασε. Όλα καλά! Έφυγε ήσυχος. Μια αγωνία είχε… τον έσπειρε τον γιο; Μπαρκάριζε, ξεμπαρκάριζε με την ίδια αγωνία, αλλά γιος δεν ερχόταν, ούτε και θυγατέρα. Έγινε πρώτος καπετάνιος, αλλά παιδί τίποτα. Δέκα χρόνια πήγαν έτσι.

»Χριστούγεννα πήρε το καλό μαντάτο. Ο δευτεροκαπετάνιος τού πήγε τα συχαρίκια, “να σου ζήσει ο γιος, καπετάνιε!” είπε κι αυτός πέταξε απ’ τη χαρά του. “Το ’φερε ο Χριστός!” έλεγε και ξανάλεγε και κερνούσε το πλήρωμα, από καμαρότο μέχρι μούτσο. Σαν πέρασε η πρώτη χαρά, άρχισε το μέτρημα. Τέλος Μάη πήγε στο νησί, η γυναίκα του είχε “τα ρούχα της” και τον αρνήθηκε για καμιά βδομάδα, αλλά μετά, όπως ήταν και σκασμένος… αναστέναξε το νησί. Βάλε τώρα, Ιούνιο μέχρι Δεκέμβριο, εφτά… ξανά απ’ την αρχή, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος… πάνω κάτω τα δάχτυλα, εφτά, για την ακρίβεια εξίμισι. Δε βαριέσαι, το πρώτο ή το τελευταίο ήταν που γεννήθηκε εφταμηνίτικο; Δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει η Πασχαλιά, κάθε λιμάνι και δώρο, ένα για τη γυναίκα του, ένα για τον γιο.

»Μεγάλη Τρίτη, ο παπάς έψελνε το τροπάρι της Κασσιανής κι αυτός φτάνει στο νησί. Στο καφενείο ήταν κάμποσοι, τον καλοδέχτηκαν, “καλώς τον καπετάνιο”, ευχήθηκαν για τον γιο, κέρασε όλο το μαγαζί. Ένας είπε ότι έγινε κοτζάμ παιδάκι, ένας άλλος ότι βιάζεται να μεγαλώσει όπως βιάστηκε να βγει απ’ την κοιλιά της μάνας του, και σε ποιον έμοιασε έτσι φουριόζος, είπε ο καφετζής. “Όλα τα ’φταμηνίτικα είναι βιαστικά”, είπε ο Νικόλας ο γείτονας και ήπιαν στην υγειά του.

»Φορτωμένος με δώρα και λαχτάρα, φτάνει στο σπίτι. Αυτή του είπε να μην κάνει φασαρία, άκου να δεις, ο άνθρωπος γύρισε απ’ τη θάλασσα ύστερα από εννιά μήνες κι αυτή τι βρήκε να του πει; Να μην κάνει φασαρία. Πάει, που λες, στην κούνια κι ενώ περίμενε να δει ένα μαυρομάλλικο σαν αυτόν, βλέπει ένα ξανθό και ροδαλό μωρό. “Τα μωρά αλλάζουν, έτσι ήμουν κι εγώ μικρή, μετά σκούρυνα”, είπε η γυναίκα του.

»Έπειτα, πήγε στο πατρικό του. Η μάνα του φαρμακωμένη. Τον καλωσόρισε κι άρχισε τα παράπονα. Πού ακούστηκε, να πάει να γεννήσει μόνη της! Αυτή όμως έφτιαξε χαϊμαλί, κέρασε και γλυκό στη γειτονιά για τον εγγονό κι ας μην πήγαινε να τον βλέπει και να δεις που ούτε τ’ όνομα του πατέρα του θα ήθελε να του δώσει, σαν ξένο, λες και δεν ήταν δικό τους το μωρό. Βάλε τώρα με τον νου σου τι είπε η μάνα του. Τον έζωσαν τα φίδια.

»Πάει πίσω στη γυναίκα του και της λέει “τρίτη μέρα του Πάσχα βαφτίζουμε το παιδί στη Μεγάλη Παναγιά, Γιώργη θα το πούμε, στον πατέρα μου” έριξε άδεια για να πιάσει γεμάτα, κι αυτή η ρουφιάνα όχι μόνο δεν έφερε αντίρρηση, αλλά άρχισε αμέσως τις ετοιμασίες. Στάχτη στα μάτια του καπετάνιου. Τέτοια βάφτιση δεν είχε ξαναγίνει. Όλο το νησί ήταν εκεί. Ο καπετάνιος, κάθε λίγο, έλεγε της μάνας του, “είδες μάνα, λάθος είχες”.

»Μια μέρα πριν μπαρκάρει, η γυναίκα τού παρουσιάζει ένα χαρτί, “υπόγραψε αυτή την ένορκη δήλωση για να μπορούμε να ταξιδέψουμε, αφού θα κάνεις πάνω από χρόνο μ’ αυτό το μπάρκο, να έρθουμε να σε δούμε”, του είπε. Του μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Τόσα χρόνια, τόσα μεγάλα μπάρκα, μια φορά δεν πήγε να τον βρει, τώρα την έπιασε η πρεμούρα; Φούντωσε.
“Δικό μου είναι;… Με ποιον το ’κανες;…” Μούγγα αυτή. Της είπε να μολογήσει, δεν θα της έκανε κακό, “ό,τι μας βρήκε, μας βρήκε”, είπε… Κουβέντα η ρουφιάνα. Φώναζε, έσπαζε κι αυτή του είπε να πάψει, γιατί τους ακούν οι γείτονες και πως είναι ντροπή, ακούς; Ντροπή, του είπε… Α, ρε γυναίκες… Κόλαση, σου λέω.

»Τέλος, “θα σας σκοτώσω… κι εσένα κι αυτό”, είπε ο έρμος και σωριάστηκε με το κεφάλι στα δυο του χέρια. Αυτή τον άφησε να καλμάρει και μετά του είπε να διαλέξει ένα από τα τρία. “Πρώτον: μας σκοτώνεις, πας φυλακή, δεν μαθαίνεις ποτέ αν το παιδί είναι δικό σου και παίρνεις το κρίμα στο λαιμό σου, δεύτερον: λέω σε όλους ότι το παιδί δεν είναι δικό σου… Σκέψου το γέλιο και την κοροϊδία που θα κάνουν πίσω απ’ την πλάτη σου, όταν θα θυμούνται πώς έκανες στη βάφτιση… Ο γιος μου κι ο γιος μου, καμάρωνες… ρεντίκολο θα γίνεις. Τρίτον: υπογράφεις, μπαρκάρεις και μετά θα φύγω με το παιδί. Όλη η ντροπή θα πέσει πάνω μου. Εγώ θα είμαι η εξώλης και προώλης κι εσύ ο αδικημένος… κανένας δεν θα γελάει μαζί σου”. Αυτά είπε η ρουφιάνα και κλειδώθηκε στο δωμάτιο με το μωρό.

»Ο καπετάνιος κοίταζε το χαρτί. Νύχτωσε. Κόντευε να ξημερώσει. Άκουσε το σφύριγμα του καραβιού, σε μια ώρα μπάρκαρε. Σηκώθηκε, πήρε το χαρτί, υπόγραψε. Μετά πήγε έξω απ’ την κλειδωμένη πόρτα, “στου διαόλου την τρύπα να πας θα σε βρω… έσκαψες το λάκκο σου… μπρούμυτα θα σε βάλω μέσα”, είπε κι έφυγε.

»Ακούς; Ακούω να λες», είπε ο κυρ Μήτσος κι άδειασε το πέμπτο καραφάκι στα ποτήρια.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Στο «Πίστομα» του Θεοτόκη οφείλω την έμπνευση της διασκευής.

Η Ελένη Αναστασοπούλου κατοικεί στη Λάρισα και εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση. Έκανε τις βασικές και μεταπτυχιακές σπουδές στην εκπαίδευση, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνεχίζει με σπουδές στον κινηματογράφο/σενάριο. Γράφει πεζά λογοτεχνικά έργα και χαϊκού για ενήλικες και παραμύθια για παιδιά. Κείμενά της υπάρχουν σε έντυπα κα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Αρθρογραφεί σε τοπικά και πανελλαδικά μέσα. Αγαπά τα ταξίδια, ιδιαίτερα στην Αφρική.

 

 

 https://www.google.com/search?channel=crow2&client=firefox-b-d&q=7%2B1+%CE%B4%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1+%CE%B3%CE%B9%CE%B1+%CF%84%CE%BF%CE%BD+%CE%9D%CE%BF%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BF+culturebook

Αναστασοπούλου Ελένη 

 Η Μπουμπού η βουλευτίνα

 Έλα κάτσε να σου πω, γιατί είμαι όλος φούρκα. Τι; Δεν ξέρεις τι είναι η φούρκα; Τα πήρα στο κρανίο, πως το λέτε εσείς οι νέοι, έχω νεύρα τέλος πάντων. Κάτσε· Γιώργη φέρε καρέκλα στο κορίτσι, όχι αυτήν βρε, την άλλη, την καλή με το μαξιλάρι, κάτσε κι άκου. Δεν βιάζεσαι, βιάζεσαι; Α, γεια σου, κάτσε γιατί θα σκάσω αν δεν τα πω. Να κεράσω καφέ… Αντώνη, ένα καφέ στο κορίτσι… ήπιες; πιες ένα ακόμα, θα τον χρειαστείς μ' αυτά που θ' ακούσεις. Σ΄ εσένα που είσαι νέα, θέλω να τα πω και να μου πεις αν έχω άδικο. Σε ποιον να τα πω; στον Αντώνη; αυτός έχει τα ίδια μυαλά μ΄ εμένα. Όχι να μου πεις δηλαδή, εγώ φταίω ή αυτηνής της πήραν τα μυαλά αέρα. Το μυρμήγκι όταν θέλει να χαθεί βγάζει φτερά, καλά τα λέει η παροιμία. Το μυρμήγκι βγάζει φτερά κι αυτή έβγαλε γλώσσα και σήκωσε τη μύτη ψηλά. Άμα σηκώνεις τη μύτη δεν βλέπεις που πας, βλέπεις; άντε περπάτα με τη μύτη στον ουρανό. Όχι , κοίτα, βλέπω που πατάω; Ορίστε σκόνταψα κιόλας, ή φάω τα μούτρα μου ή θα πατήσω στα σκατά, με το συμπάθιο. Μη βιάζεσαι ντε, η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ, άσε με να ξεθυμάνω πρώτα, Αντώνη, βάλε ένα τσιπουράκι, είναι η ώρα του και που είσαι Γιώργη, δυνάμωσε λίγο το ράδιο ν' ακούμε τον Στελλάρα. Την ξέρω από μια σταλιά, την μεγάλωσα, ερχόταν κάθε Σάββατο με τη μάνα της να πάρουν κρέας, έβλεπε τα αρνιά κρεμασμένα με τη γλώσσα έξω κι αυτό το σκασμένο έβγαζε τη δική της, από τότε φαινόταν τι σόι ήταν. Θυμάσαι τι έκανες εσύ όταν ερχόσουν με τον πατέρα σου; Όταν είχαμε σφαχτά κρεμασμένα κι απ' το φόβο σου, κρυβόσουν ανάμεσα στα πόδια του πατέρα σου και δεν έβγαινες από κει ούτε στο πρώτο, ούτε στο τρίτο τσίπουρο, τα τρία ήταν το ανώτερο που πίναμε, γιατί στο τέταρτο έβγαινε η μάνα σου στο μπαλκόνι και τον φώναζε. Όταν δεν είχαμε αρνιά κρεμασμένα στο τσιγκέλι, όχι μόνο δεν κρυβόσουν αλλά, μας έτρωγες κι όλους τους μεζέδες. Ε, το λοιπόν αυτή ούτε φόβο ούτε τίποτα, έβγαζε τη γλώσσα, κουνούσε τα σφαχτά πέρα δώθε και φώναζε μπου, μπου!, άτιμο πλάσμα σου λέω. Από τότε την έβγαλα Μπουμπού, ήταν και κοντή, έτσι και παράμεινε δηλαδή, δεν την άφησαν οι διαολιές να ψηλώσει. Καλά κατάλαβες, μ' αυτήν φουρκίστηκα, από ποια ξαδέρφη πήρε μωρέ, κοιτάς να τη δικαιολογήσεις, κανένας δεν είναι τόσο κοντός στο σόι, η μάνα της μέτρια, τον Χρήστο τον πατέρα της δεν τον λες και κοντό, σε κανέναν δεν έμοιασε σου λέω, αυτή είναι ένα νταμάρι από μόνη της, δεν την άφηναν τα διαόλια σου λέω. Χηνάρι, την είπε μια μέρα ένας πελάτης και τον μάλωσα, άκου να πει το κοριτσάκι «χηνάρι». Έμοιαζε λέει με κάτι κοκκινόχηνες, έτσι κοντούλα όπως ήταν και με τα κόκκινα μαλλιά, κι εγώ του είπα και τα ελάφια είναι κόκκινα και γιατί να μη την πούμε ελαφίνα, όπως και να το κάνουμε άλλη χάρη έχει η ελαφίνα. Από τότε ελαφίνα την ανέβαζα, ελαφίνα την κατέβαζα και δώστου καμάρια αυτή. Δεν μ' άκουσες ποτέ να τη λέω έτσι; που να με ακούσεις, όταν μεγάλωσε δεν ταίριαζε να τη λέω Μπουμπού-ελαφίνα!, την έλεγα όμως δικηγορίνα, γιατί πήγαινε η γλώσσα ροδάνι, αλλά και δικαστίνα γιατί μας περνούσε από δικαστήριο. Γιατί το ένα, γιατί το άλλο, έτσι να κάνεις εδώ, αλλιώς να κάνεις εκεί, για όλα είχε λόγο. Α, γειά σου, δεν έγινε ούτε δικηγορίνα ούτε δικαστίνα, έγινε όμως προεδρίνα. Προεδρίνα στον ένα σύλλογο, προεδρίνα στο άλλο σωματείο και στο τέλος στρατιωτίνα. Όχι, δεν κάνεις λάθος, δεν μπήκε στο στρατό, στο κόμμα μπήκε και όταν τη ρώτησα μια φορά αν είναι στέλεχος , μου είπε πως είναι στρατιώτης στην πρώτη γραμμή της μάχης κι έτσι την είπα «στρατιωτίνα». Τι να σου πω, εγώ δεν ξέρω από κόμματα, από στρατό ξέρω κι εκεί, όπως τα λες, δεν γίνεσαι εύκολα από στρατιώτης, στρατηγός. Αυτή όμως άλλαξε στρατό, κόμμα θέλω να πω, πήγε σ' αυτό που είχε πέραση κι από «στρατιωτίνα» κατάφερε να γίνει υποψήφια βουλευτίνα. Την έλεγα βουλευτίνα και ψήλωνε δέκα πόντους. Κι αφού της άρεσε, βουλευτίνα την ανέβαζα, βουλευτίνα την κατέβαζα. Όχι, βρε δεν την κορόιδευα, μακάρι να γίνει το κορίτσι γιατί να μη γίνει, να έχουμε κι έναν δικό μας άνθρωπο, θα μου πεις τι τον θέλω εγώ τον δικό μου άνθρωπο, ανάγκη τους έχω; αυτοί μ' έχουν ανάγκη κι όχι εγώ αυτούς, κανένα κόμμα δεν μου έδωσε να φάω. Περίμενε βρε, μπα βιασύνη, θα γεράσεις γρήγορα, θα φτάσω και στο δια ταύτα. Έρχεται που λες, πριν λίγες μέρες, βρε καλώς την βουλευτίνα, λέω δυνατά να το ακούσουν όλοι στο μαγαζί, όχι βουλευτίνα κυρ Μήτσο, μου λέει, αλλά τι; τη ρωτάω, «βουλεύτρια» μου λέει, «άκουσες; βουλεύτρια και μη ξαναπείς βουλευτίνα, είναι λάθος», δεν δίνω σημασία, φεύγει. Ξαναήρθε μετά από λίγες μέρες να ζητήσει ενίσχυση για το κόμμα, καλώς τη βουλευτίνα, την υποδέχτηκα, «αμάν πια κυρ Μήτσο» μου λέει αυστηρά σαν δικαστίνα, «βουλεύτρια, βου-λεύ-τρι-α είπαμε, πες το επιτέλους σωστά». Ύπαγε οπίσω μου σατανά, λέω μέσα μου, της έδωσα δέκα ευρώ, λίγα της φάνηκαν, έφυγε. Τι άλλο να με πειράζει βρε κορίτσι μου; ήρθε τώρα το χηνάρι, άντε μη πω τίποτα χειρότερο, να μου κάνει μάθημα γλώσσας τώρα στα γεράματα, όπως θέλω θα τη λέω. Σήμερα μου 'ρθε πρωί πρωί, με ύφος εκατό καρδιναλίων, μας είπε ότι βιάζεται πολύ, πάρα πολύ, το μαγαζί ήταν γεμάτο πελάτες, «αν είσαι και βουλεύτρια με τη σειρά σου θα πας», της λέω, πως μου 'ρθε να την πω βουλεύτρια θα μου πεις, κι εγώ απόρησα. Μπράβο, μου λέει που έμαθα επιτέλους να το λέω σωστά, βουλεύτρια, όχι βουλευτίνα. Την κοιτάω πάνω απ' τα γυαλιά, το πάει φιρι-φιρι, σκέφτομαι και πριν τη σιχτιρίσω «έλα τώρα, βάλε μου και δυο κιλά προβατίνα για γιουβέτσι, βιάζομαι σου λέω», λέει. «Βρε κακό μπλέξιμο, θα σε φτιάξω εγώ», βγάζω τα γυαλιά και φωνάζω να με ακούσει όλο το μαγαζί, «άκου να σου πω κυρά βουλεύτρια, όταν θα γίνεις βουλευτίνα να έρθεις να σου δώσω προβατίνα, για τις βουλεύτριες έχω μόνο χοιρινό». Γούρλωσε τα μάτια, φούσκωσαν οι φλέβες στο λαιμό, έτοιμη ήταν να ποδαρίσει όπως έκανε μικρή. «Άμα δεν έχεις να πάω σε άλλο κρεοπωλείο», λέει , «ώρα καλή» της είπα και την έστειλα από κει που ήρθε. Όχι πες, φταίω; Μου ζάλισε το κεφάλι, βουλεύτρια και βουλεύτρια, που να γίνει κιόλας! θα μας βάζει να καθόμαστε στο ένα πόδι. Πε μου έχω άδικο; «'Εξω απ' άδικο κι από κακιά γυναίκα», ακούστηκε η φωνή του Καζαντζίδη από το ραδιόφωνο του κρεοπωλείου και μου 'δωσε την πάσα, «καλή καρδιά, κυρ Μήτσο μου, το τσιπουράκι κερασμένο από εμένα», είπα του Αντώνη και τους χαιρέτησα.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Κριτική στην εφημερίδα "Αυγή" για το "Σκοτωμένο Νερό" απο τον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

ΕΛΕΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Σκοτωμένο νερό, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 205
"Εδώ ακριβώς διακρίνω μία από τις πιο σημαντικές αρετές του βιβλίου: οι ήρωες, γήινοι, σάρκινοι, σκοτεινοί, αντιφατικοί και σε κάθε περίπτωση ανθρώπινοι, διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους και υπερασπίζονται την ιδιωτικότητά τους, χωρίς να πάψουν να πατάνε γερά πάνω στο κοινωνικό έδαφος και να κουβαλάνε σαν λάφυρα ή σαν πληγές όλους τους κοινωνικούς τους προσδιορισμούς. Απέναντί τους στέκεται η συγγραφέας ενίοτε με λεπτότητα και διακριτικότητα, ενίοτε με χιούμορ και ειρωνεία και πάντα με διάθεση κατανόησης, που φέρνει στο μυαλό μου τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων στο έργο του Βιζυηνού – τραγικοί κι αδιέξοδοι αλλά κυρίως συμπαθείς στο σιωπηλό τους δράμα, ακόμη κι όταν ολοφάνερα φταίνε."
 Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι πεζογράφος
http://www.avgi.gr/article/1644865/katharia-kai-posima-nera

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Ελα, μέχρι να συνέλθει - διήγημα απο το Σκοτωμένο νερό, στο Ποιείν



Μέρος των σχολίων

-Τα ρέστα μου!

-Και αυτό για την Λενιώ
Ε ρ ε θ ι σ μ ο ί
Αθήνα 14 / 10 / 13....(ποίημα)

-...πυκνο κοφτο σαν μικρες λαμψεις μαχαιριου κειμενο…..κρατωντας το παρθιο βελος ,
γιατο τελος…….Γεια στα χερια σου….και στην ψυχη σου…

- Είστε μια κλάση πιο μπροστά από ότι απασχολεί την πεζογραφία σήμερα... 
Αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρακμή του ευπώλητου, θα σας καλωσόριζαν ως συνέχεια του Μάριου Χάκα και του Γιώργου Ιωάννου...
Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια θέλω να ψάξω βιβλίο λογοτεχνίας για να το διαβάσω...
Εδώ δεν πάει το να είστε καλά, πάει το ευχαριστώ.
Περισσότερα στο  :


Ελα, μέχρι να συνέλθει 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Η μυρωδιά της μνήμης

Rubens , Venus e Adonis

"...της τραγουδούσε ο Νικόλας και της έφερνε κάθε βράδυ ένα τριαντάφυλλο. Δεν της είπε όμως ότι τα τριαντάφυλλα έχουν κι αγκάθια. Το Μάη μήνα φάνηκε, τον Αύγουστο χάθηκε, ο Νικόλας. Κι έμεινε η Συρμαλένια να πλέχει τριαντάφυλλα στα μαλλιά.

«Γιατί ραντίζεις τον αέρα;» ρωτούν οι χωριανοί.«Για να τον φέρει πίσω η μυρωδιά. Θα γυρίσει, θα δείτε. Εφτά θάλασσες θα περάσει και θα ’ρθει. Όπως τα χελιδόνια» λέει  και το πιστεύει η Συρμαλένια."