Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θράκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θράκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

https://www.larissanet.gr/2024/11/10/eleni-anastasopoulou-ta-paidia-prepei-na-epanasyndeontai-me-tin-poiisi/ 

Νέα κυκλοφορία: «άκατα μάκατα σουκουτού έτοιμο το χαικού ...

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ελένη Αναστασοπούλου: “Τα παιδιά πρέπει να επανασυνδέονται με την ποίηση…”

Μιλάει στη larissanet με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της “Άκατα μάκατα σούκουτου έτοιμο το χαϊκού”

Θέλετε να μας συστήσετε το νέο βιβλίο από τις εκδόσεις Θράκα;

«Ακατα μάκατα σουκουτού έτοιμο το χαϊκού!». Ο τίτλος, από το γνωστό σε όλους μας λάχνισμα, παραπέμπει σε παιδικό βιβλίο. Χαϊκού για παιδιά λοιπόν. Γιατί για παιδιά; Διότι ο λιτός, ουσιαστικός και ευθύβολος λόγος αυτής της μορφής ποίησης ταιριάζει στον απερίφραστο και χωρίς δεύτερη σκέψη λόγο των παιδιών. Ελλειπτικός και συγχρόνως ουσιαστικός. Επειδή η εικονοποιητική λειτουργία του χαϊκού προσομοιάζει με τη σκέψη των παιδιών. Διότι είναι διασκεδαστικά, μιλάνε για τη φύση κάτι που αρέσει στα παιδιά, διαβάζονται με μια ανάσα με τη φαντασία να δημιουργεί αυτόματα  τη δική της εικόνα, και με την εκπνοή, βγαίνει το δικό τους συναίσθημα, απελευθερωτικά.

Οι εκδόσεις Θράκα, που αποδεδειγμένα αγαπούν την ποίηση, με τόλμη έβγαλαν το πρώτο βιβλίο ποίησης για παιδιά, διότι τα παιδιά πρέπει να επανασυνδέονται με την ποίηση. Λέω επανασυνδέονται διότι από πολύ νωρίς έχουν έρθει σε επαφή μέσα από τα νανουρίσματα και τα ταχταρίσματα. Η μετέπειτα πορεία προς το μεγάλωμα  είναι δυστυχώς πιο πεζή και στις μέρες μας τηλεοπτική και ταμπλετική.

Ένα βιβλιαράκι χωρισμένο σε εποχές, με τρίστιχα ποιήματα που διατηρούν τις συμβάσεις της ιαπωνικής ποιητικής φόρμας. Κάτω από κάθε χαϊκού ο μικρός αναγνώστης μπορεί να ζωγραφίσει τη δική του εικόνα αν και πιστεύω ότι η φαντασία των παιδιών δεν εγλωβίζεται σε λίγα εκατοστά χαρτιού.

 

Έχετε μεγάλη εμπειρία στην εκπαίδευση. Γιατί ένα παιδί να διαβάσει ποίηση;

Ξεκινώ την απάντησή μου με μια γενική παραδοχή. Το παιδί πρέπει να διαβάζει. Να διαβάζει παραμύθια, ιστορίες, κόμικς, ποίηση και ό,τι άλλο διαβάζεται! Η ανάγνωση ενισχύει και βελτιώνει τα γνωστικά, συναισθηματικά και νοητικά επίπεδα του παιδιού, Η γλώσσα, η φαντασία, η κριτική σκέψη, η κατανόηση, η ευφυΐα, η επικοινωνία…

Η ποίηση είναι αγαπημένο είδος λόγου για τα παιδιά εξαιτίας με έναν σχεδόν έμφυτο τρόπο αφού πολύ με τα νανουρίσματα και τα ταχταρίσματα από την νηπιακή ακόμη ηλικία έρχονται σε επαφή με την ρυθμικότητα και την μουσικότητα του λόγου. Η εικονοποιητική λειτουργία της ποίησης για παιδιά και ο αναπαραστατικός της λόγος ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία των παιδιών. Δίνει ερεθίσματα για την ανάπτυξη της φαντασίας μέσα από τη χρήση της συμβολικής ποιητικής γλώσσας, ενεργοποιεί το νοητικό πεδίο  και τα μαθαίνει να βλέπουν και να ερμηνεύουν τον κόσμο με άλλη οπτική. Επίσης, εμπλουτίζει το λεξιλόγιο και τις γλωσσικές δεξιότητες, γεννά συναισθήματα και ως μορφή τέχνης και μάλιστα υψηλής αισθητικής προσφέρει ψυχαγωγία, χαρά και αισθητική αναβάθμιση.

Βέβαια, όλη αυτή η γοητεία της ποίησης εξανεμίζεται όταν η επαφή μαζί της γίνεται εξαναγκαστική και υπόκειται στις γνωστές σε όλους μας  κανονιστικές λειτουργίες και αναλύσεις σε βαθμό αποδόμησης που ακολουθείται συχνά στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η ποίηση έχει τη δύναμη της αφύπνισης από μόνη της, αρκεί να φέρουμε τα παιδιά σε επαφή μαζί της με τρόπο δημιουργικό.

Έχετε γράψει αρκετά παιδικά βιβλία, ασχολείστε εντατικά με την ποίηση. Τι αντιπροσωπεύει για σας η ποίηση και γενικότερα η γλώσσα;

Εχω γράψει για παιδιά και για ενήλικες. Η μακρόχρονη επαγγελαμτική και επιστημονική σχέση μου με τα παιδιά ήταν το γόνιμο έδαφος μέσα από το οποίο αναδύθηκε η αγάπη μου για τις ιστορίες και την παρηγορητική λειτουργία των παραμυθιών όπως την βίωσα ως παιδί με τις αφηγήσεις των παππούδων και γιαγιάδων μου αλλά και των διαβασμάτων μου, αργότερα.

Τα βιβλία για τους ενήλικες  προέκυψαν απ’ την ανάγκη για μοίρασμα των σκεψεων και εμπειριών.

Η σχέση μου με την ποίηση είναι ερασιτεχνική με την έννοια του έρωτα για την τέχνη. Η ποιητική τέχνη όπως κάθε πραγματική τέχνη, από μόνης της δεν αλλάζει, ούτε κάνει τον καλύτερο με όρους ρεαλιστικούς, δίνει όμως τη δυνατότητα να βλέπουμε τον κόσμο με άλλο βλέμμα και να προσπαθούμε να τον κάνουμε καλύτερο.

Σε ότι αφορά τη γλώσσα, εμμέσως,  θέτεται ένα ερώτημα το οποίο ακόμη δεν έχει απαντηθεί οριστικά. Συνήθως λέμε πως η γλώσσα και κατ’ επέκταση η γραφή είναι ένα μέσο επικοινωνίας, ένα εργαλείο με το οποίο εξωτερικεύουμε  σκέψεις και συναισθήματα.

Δηλαδή η γλώσσα είναι απλά ένα όργανο; Αυτό σημαίνει ότι στην εποχή μας η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αντικαταστήσει τις ανθρώπινες σχέσεις αφού ένα λογισμικό ΤΝ μπορεί άνετα να «φορτωθεί» με μια γλώσσα. Μήπως δεν είναι απλά ένα εργαλείο αλλά αποτελεί ιδιότητα του ανθρώπου συνυφασμένη και σε αλληλεπίδραση με την σκέψη του; Ο άνθρωπος σκέφτεται με εικόνες κι εκφράζει αυτές τις εικόνες με λέξεις. Όσο πιο καλός χρήστης της γλώσσας γίνεται κάποιος τόσο πιο ανεπτυγμένη σκέψη διαθέτει και το αντίστροφο. Εγώ ταυτίζομαι με τον Πλάτωνα - χωρίς καμία τάση αρχαιολαγνείας, εξάλλου οι έρευνες των τελευταίων ετών τείνουν προς αυτή την κατεύθυνση- που υποστήριζε ότι η σκέψη είναι εσωτερικευμένη γλώσσα, ενώ η γλώσσα είναι εξωτερικευμένη σκέψη. Μη ξεχνάμε ότι η λέξη «λόγος» δήλωνε  τόσο τη γλώσσα όσο και τη λογική.

Παρόλα αυτά «cogito ergo sum» και μέχρι να δοθεί οριστική απάντηση, απολαμβάνω να πειραματίζομαι με τις λέξεις και με μαγεύουν όσο όταν έψαχνα την ετυμολογία και το νόημά τους σ’ ένα τεράστιο λεξικό που δεν χωρούσε στα παιδικά μου χέρια.

 

 

 

 

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

ΘΡΑΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/03/37-o.html?m=1

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ #37, Γράφει και παρουσιάζει o Γιώργος Παναγιωτίδης

Ελένη Αναστασοπούλου «Δυσσάκος», νουβέλα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016


Η Ελένη Αναστασοπούλου, παρότι παρουσιάζεται όψιμα στα λογοτεχνικά πράγματα, μετά τo «Σκοτωμένο Νερό», το πρώτο προσωπικό της βιβλίο, μία συλλογή διηγημάτων, και επίσης μετά από την πρώτη εκδοτική εμφάνισή της, στον συλλογικό τόμο «Οδός Δημιουργικής Γραφής» και τη συμμετοχή της στην «Ανθολογία Σύντομου Διηγήματος», (δεν θα παρέλειπα τίποτα εξ αυτών από το βιογραφικό της) με τα κείμενά της προϊδέασε θετικά τους αναγνώστες της για την εξέλιξή της. Τον «Δυσσάκο» μάς τον προσφέρει ως ώριμο επιστέγασμα της ενασχόλησής της με τη λογοτεχνική γραφή. Τα παιδικά της βιβλία, τα μνημονεύω και αυτά, παρότι για την ενασχόληση της Ελένης με την παιδική λογοτεχνία δεν θα πάψω να αναρωτιέμαι, έχει στο μεταξύ εκδώσει ένα τέτοιο ενώ ένα δεύτερο αναμένει την έκδοσή του, επιβεβαιώνουν τη συγγραφική της ευαισθησία και επιμονή. Το τελευταίο που οπωσδήποτε θα κρατούσα από το βιογραφικό της, χάρη λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, δεν είναι η πολυπραγμοσύνη της, η ενασχόλησή της με τα κοινά, η υπηρεσία της σε σημαντικές θέσεις ευθύνης της εκπαίδευσης αλλά η μακρόχρονη μαθητεία της και οι μεταπτυχιακές σπουδές της στη δημιουργική γραφή, πράγμα που ενώ για την αγγλόφωνη λογοτεχνία θα αποτελούσε διάκριση και υπόσχεση σημαντικής λογοτεχνικής παραγωγής, για τα στενά ελληνικά πράγματα ίσως φαντάζει ακόμα τόσο παράξενη ώστε να εγείρει καχυποψίες και ψιθύρους.

Ετούτο είναι εν ολίγοις το συγγραφικό εργαστήριο της Ελένης Αναστασοπούλου, η οποία εργάστηκε άοκνα έως σήμερα και καρποφόρησε αξιόλογα κείμενα, κείμενα που εκδόθηκαν χάρη στη λογοτεχνική τους ποιότητα, κείμενα που ευτύχησαν γρήγορα να γνωρίσουν τη θετική ανταπόκριση του αναγνωστικού τους κοινού, αρκετών σύγχρονων λογοτεχνών και μίας μερίδας της κριτικής. Ο «Δυσσάκος», ο μικρός Οδυσσέας δηλαδή, ταξίδεψε σήμερα από τη Λάρισα στην Αθήνα και μέλλετε να συνεχίσει το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, έχοντας τη φροντίδα της δημιουργού του στην εκδοτική του περιπέτεια και φέροντας τη σφραγίδα των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Η λογοτεχνική του καταγωγή βρίσκεται πέριξ του Θανάση Βαλτινού, στον χρονικά μακρινό πλέον αλλά συγγενικό λογοτεχνικό ορίζοντα που φτάνει έως τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και ορίζει έναν ελληνοκεντρικό νέο-πριμιτιβισμό, όρος δανεισμένος από τις εικαστικές τέχνες, μία εκ νέου επιστροφή στη λαϊκή έκφραση, συμπεριλαμβάνοντας πεζογράφους όπως ο Γιώργος Ιωάννου, ο Κώστας Ταχτσής και ο Μάριος Χάκκας. Ο «Δυσσάκος» έρχεται από τον μεταπολεμικό ρεαλισμό κουβαλώντας στο δισάκι του σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και πλήθος ιστορικών στοιχείων. Είναι συνοπτικά η πεντηκονταετής καθημερινότητα του επαρχιώτη φτωχού νεοέλληνα, η μιζέρια του χωριού που από χρόνο σε χρόνο μαραζώνει αναπότρεπτα, από τη δεκαετία του ’60 έως και σήμερα, μια μαρτυρία για τη νεοελληνική πραγματικότητα που φωτίζει τις ιδέες των ηρώων του και όχι τους ίδιους ως πρόσωπα χειροπιαστά, που εγείρει το συμβολισμό των ηρώων του μέσα από τη διαιώνιση μίας κοινής και επαναλαμβανόμενης μοίρας, άρρηκτα δεμένης με τη μοίρα του τόπου.

Στο αφηγηματικό μέρος, με τη μορφή επιστολών σε ένα μεγάλο μέρος του, εναλλάσσονται δραματοποιημένοι αφηγητές εσωτερικής εστίασης, που βλέπουν ο καθένας από τη δική του εσωτερική οπτική γωνία, κερδίζοντας σε αμεσότητα και χάνοντας σε αντικειμενικότητα, κατά την τάση που εμφανίστηκε κυρίαρχη την εποχή του μοντερνισμού, ότι δηλαδή μόνο υποκειμενικά μπορεί ο καθένας να συλλάβει και να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Πρόκειται για τη συνηθέστερη αφηγηματική συνθήκη που συναντούμε στα περισσότερα σύγχρονα κείμενα. Το περιεχόμενο είναι η ελληνική στερεοτυπική οικογένεια, η επιβλητική παρουσία της πιστής γυναίκας και ταγμένης μητέρας ριζωμένη στο σπίτι, ο πατέρας Οδυσσέας, ναυτικός, θαλασσοδαρμένος, μια ολόκληρη ζωή μακριά από την οικογένειά του για να συντηρεί την οικογένειά του -ματαίως;- ο γιός του ο Δυσσάκος που τελικά ακολουθεί τον ίδιον αυτό δρόμο του πατέρα του, ο παππούς Δυσσέας και η γιαγιά, δύο μόνιμα στηρίγματα, δύο παντοτινά παρούσες σκιές, άλλοτε στο προσκήνιο και άλλοτε στο παρασκήνιο του δράματος. Στα διαλογικά μέρη, είτε στο καφενείο είτε στην αυλή, άντρες ή γυναίκες, πολλές γνώριμες φωνές, αφελείς, αγαθές ή προβληματισμένες το κατά δύναμη, όπως αυτή του δασκάλου και της δασκάλας, ο μικρός κοινωνικός περίγυρος της οικογένειας, σχολιάζει τον μεγάλο κοινωνικό περίγυρο της ελληνικής πραγματικότητας. Τα γράμματα όλα έχουν αποδέκτη τον Δυσσάκο, από τον πατέρα του τα πρώτα, τα στερνά από τη γυναίκα του. Ένα γράμμα κάθε χρόνο, κάθε Δεκέμβρη, προσθέτει έναν χρόνο ιδιότυπης, υποκειμενικής εξιστόρησης της ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας των τελευταίων πενήντα ετών. Η γνώση των αφηγητών είναι αποτέλεσμα της προσωπικής τους εμπειρίας. Τα γράμματα συναπαρτίζουν τον μεγάλο καμβά, το μεγάλο θέμα, πάνω στο οποίο γράφεται και η συμβολική ιστορία των ηρώων με πολύ χαλαρή πλοκή και λίγα επεισόδια, προσπαθώντας να αφηγηθούν πενήντα έτη μέσα σε ένα κείμενο εκατόν ογδόντα σελίδων περίπου. Αυτή η ιδιαίτερη μεταχείριση του αφηγηματικού χρόνου κατακερματίζει την αφήγηση και δημιουργεί έναν πεζογραφικό λόγο στον οποίο τα πάντα μας δίνονται κάθε φορά από την οπτική γωνία ενός μόνο προσώπου, εστιάζοντας όμως περισσότερο και αδιαφόρετα στην ιστορία της Ελλάδας παρά στην προσωπική του ιστορία. Ως προς το χειρισμό της πλοκής, η κλασική μορφή του μυθιστορήματος με αρχή, μέση και τέλος υπολανθάνει, αφού τα γεγονότα αποτελούν ψηφίδες που συνθέτουν το αφήγημα, διανθισμένες από σκέψεις και συναισθήματα.

Η εντύπωση της αυθεντικότητας της αφήγησης έρχεται ως αποτέλεσμα του αφηγηματικού ρυθμού των λαϊκών φωνών, οι οποίες αφηγούνται οικεία και γλαφυρά εκ βαθέων. Η συγγραφέας δίνει υπέροχες σκιαγραφίες των χαρακτήρων και με την εμπειρία της, αναδεικνύει πτυχές δραματικές και μορφές αντιπροσωπευτικές του ελλαδικού χώρου. Εκείνο που διακρίνει την τεχνική της Ελένης είναι η ικανότητά της, διατρέχοντας σημαντικά περιστατικά της σύγχρονης ιστορίας μας και διανθίζοντάς τα με σκηνές στερεοτυπικές -κοινότοπες και με φαινομενικά αδιάφορους - καθημερινούς διαλόγους, να προβάλει στο τέλος τη σημασία τους μέσα στη ζωή, και να δείξει ότι σ’ αυτά, κι όχι στα σημαντικά και τα μεγάλα, βρίσκεται, στις πιο δραματικές της μορφές, η ανθρώπινη μοίρα, το βάθος της ζωής. Η ρεαλιστική της ματιά μετατοπίζεται συχνά στον λυρισμό εγείροντας συγκινησιακά τον αναγνώστη και συχνά φανερώνει το ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων μέσα από το περιεχόμενο των λεγόμενών τους. Κατασκευάζει πολλά «εναλλακτικά εγώ», αφηγητές-ήρωες, οι οποίοι χρησιμοποιούν γλώσσα αυτό-αναφορική, αντικρίζοντας και περιγράφοντας τα πάντα μέσα απ’ το προσωπικό τους αντιληπτικό φίλτρο. Η αφήγηση της προσομοιάζει με το άθροισμα επιμέρους θεατρικών μονόλογων. Η γλώσσα είναι προφορική, ρέουσα, ανθρώπινη και οικεία και η ροή του λόγου γρήγορη, με κοφτές μεταβάσεις, επιδιώκοντας να δώσει στο κείμενο την αίσθηση της συναισθηματικά φορτισμένης μαρτυρίας, μιας «εν βρασμώ κατάθεσης». Το εκφραστικό ύφος του «Δυσσάκου», η επαναληπτικότητα στη σύνταξη και η αφθονία σύντομων φράσεων ακανόνιστου μήκους, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του βιβλίου και ασφαλώς έχει την καταγωγή του στη χρήση του πρώτου προσώπου. Το ύφος δηλαδή, προσομοιάζοντας στο ύφος της καθημερινής γλώσσας, μπολιασμένο με λυρισμό, ιχνηλατεί πολιτισμικά και καταστασιακά τη λαϊκή φωνή, υπακούοντας βεβαίως στους περιορισμούς και στις δυνατότητες μίμησης του ύφους αυτού από την συγγραφέα. Η Ελένη Αναστασοπούλου, μπορεί, όπως εξάλλου κάθε συγγραφέας, να γράφει με τα βιώματά της, άρα και με τα βιώματα του φύλου της και με τα βιώματα της εποχής στην οποία ζει και η ίδια, αλλά δοκίμασε με τον «Δυσάκκο» να τολμήσει να ξεπεράσει τα βιώματά της και να μπει στο πετσί όχι απλά άλλων ανθρώπων, αλλά ανδρών, που για λόγους φυσιολογικούς ή κοινωνικούς έχουν διαφορετικά βιώματα.

Θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ στην αξιοποίηση, εκ μέρους της Ελένης, του μυθικού Οδυσσέα, του δημοφιλέστερου ίσως προσώπου που σηματοδοτήθηκε, ως πολιτισμικό πρότυπο, με σημασίες που έχουν να κάνουν με τον πόλεμο, την πολύτροπη νόηση, τις θαλασσινές περιπέτειες και, όπως και στην περίπτωση του «Δυσσάκου», με την περιπλάνηση και τον νόστο. Πολυάριθμοι δημιουργοί τόσο από την ελληνική όσο και από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχουν μετασχηματίσει τον μύθο του Οδυσσέα, αναδεικνύοντας τον διακειμενικό χαρακτήρα του. Ο ομηρικός ήρωας φορτισμένος με την πείρα του πολύπαθου και σοφού ναυτικού, στην ποίηση της γενιάς του ’30, υπεράνθρωπος στον Καζαντζάκη, χρησίμευσε ως κάτοπτρο για να αντικατοπτρίσει την πολιτική και κοινωνική περιπέτεια της Ελλάδας. Η Ελένη Αναστασοπούλου λοιπόν, χρησιμοποιεί τη «μυθική μέθοδο», όπως την περιέγραψε ο Έλιοτ, τον αρχαίο μύθο δηλαδή για να αναδείξει για μία φορά ακόμα τον σαφή παραλληλισμό ανάμεσα στην αρχαιότητα και τη σύγχρονη εποχή, έναν παραλληλισμό τον οποίο ο αναγνώστης εύκολα μπορεί να ανασυστήσει.


Τελειώνω επαναδιατυπώνοντας την κατακλείδα του οπισθόφυλλου του βιβλίου: Ο «Δυσσάκος», μικρός Οδυσσέας, είναι τελικά ένα σπονδυλωτό πολυφωνικό μυθιστόρημα, ένα ψηφιδωτό, που θυμίζει στον έλληνα αναγνώστη κάτι από την ιστορία του και τη μοίρα του τόπου του, που ιχνηλατεί τον ορίζοντα αυτής εδώ της ζωής του, κυρίως μέσα από τη γλαφυρή και λυρική γλώσσα των λαϊκών αφηγητών του.