Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκοτωμένο Νερό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκοτωμένο Νερό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Συνέντευξη στο Εξώστης free pres της Θεσσαλονίκης

http://www.exostispress.gr/Article/sinenteixi-me-tin-siggrafea-eleni-anastasopoulou-0



της Βούλας Παπατσιφλικιώτη

Συνέντευξη με την συγγραφέα Ελένη Αναστασοπούλου!

Μέσα από αυτή τη στήλη θα γνωρίσουμε μια συγγραφέα, που μας έρχεται από την όμορφη Λάρισα! H κ. Ελένη Αναστασοπούλου σπούδασε παιδαγωγικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα, ΑΠΘ και Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και στην Ιταλία. Έκτοτε, εκπαιδεύει κι εκπαιδεύεται, δια βίου, τόσο στο πεδίο της παιδαγωγικής όσο και στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία παιδαγωγικού περιεχομένου και δύο λογοτεχνικά. Μας παρουσιάζει τα δύο της έργα και κουβεντιάζει μαζί μας!







Tι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή παιδικών βιβλίων;

Η παρακίνηση, συν-κίνηση θα το έλεγα,  είναι απόρροια κάποιας ανάγκης. Η γραφή προέκυψε ως ανάγκη να καταγράψω τον προσωπικό μου τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνω τον κόσμο. Η έκθεση, δηλαδή η έκδοση, αυτών των σκέψεων προέκυψε ως εκπλήρωση της ανάγκης  για επικοινωνία. Τα πρώτα μου συγγραφικά βήματα απευθύνθηκαν σε ενήλικες και μετά από δυο συλλογικές εκδόσεις με διηγήματα ήρθε το βιβλίο μου «Σκοτωμένο Νερό», απ’ τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.  «Το μυστικό της Ερασμίας και του Εραλντ» είναι το πρώτο βιβλίο σε μορφή παραμυθιού  που ωστόσο απευθύνεται τόσο σε παιδιά όσο και σ’ ενήλικες με τον σεβασμό που τρέφω στον αναγνώστη, κάθε ηλικίας. Ως παραμύθι διαπραγματεύεται αρχετυπικές αλήθειες που ενυπάρχουν στον άνθρωπο είτε είναι παιδί είτε είναι ενήλικας.



Πιστεύετε ότι κάποιος γεννιέται ή γίνεται συγγραφέας;

Το ερώτημα σχετικά με το αν γεννιόμαστε με κάτι ή γινόμαστε στην πορεία είναι  προαιώνιο κι έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις  κι έχει απασχολήσει τόσο τη φιλοσοφία (εμπειριστές/ γενετιστές) όσο και την ψυχολογία. Εκ της προσωπικής μου θεώρησης και στάσης δεν πιστεύω στον κληρονομικό ντετερμινισμό και εκ του ρόλου μου ως παιδαγωγού  πιστεύω στην εξέλιξη του ανθρώπου δια της αγωγής, της εκπαίδευσης και της εξάσκησης, χωρίς να παραγνωρίζω τις κλίσεις και τα ταλέντα.


Ποια νοήματα θέλετε να περάσετε στους μικρούς αναγνώστες των παραμυθιών σας;

Όπως ανέφερα και πριν, τα παραμύθια διαπραγματεύονται αρχετυπικές αξίες και συγκρούσεις όπως το καλό και το κακό, το θάρρος, η δειλία, το δίκιο και το άδικο, η ύβρις, η νέμεσις, η κάθαρση. Τα παιδιά ταυτιζόμενα με τους χαρακτήρες των παραμυθιών μαθαίνουν να διαχειρίζονται με συμβολικό τρόπο και με την ασφάλεια της απόστασης, τις  δικές τους εσωτερικές συγκρούσεις και αγωνίες, τους φόβους και τις ανασφάλειες. Το μυστικό της Ερασμίας και του Εραλντ, βρίσκεται στην επιμονή, στο θάρρος, στη θέληση να ξεπεράσουν τα εμπόδια και να πετύχουν το στόχο τους.


Είστε αισιόδοξη ή απαισιόδοξη για το μέλλον του παιδικού βιβλίου;

Είναι γεγονός ότι επειδή το παιδικό βιβλίο θεωρείται πολύ εύκολο είδος, διαφωνώ κάθετα μ’ αυτή την αντίληψη και την θεωρώ ανεύθυνη,υπάρχειυπερπαραγωγή και δυστυχώς, ίσως γι' αυτό κυκλοφορούν και πολλές κακές εκδόσεις. Το παιδικό βιβλίο για να έχει διάρκεια πρέπει να έχει ποιότητα και φυσικά ενημερωμένους γονείς κι εκπαιδευτικούς διότι αυτοί επιλέγουν κι έχουν υποχρέωση, αφ’ενός απέναντι στην ψυχοσύνθεση του παιδιού κι αφετέρου να βάζουν τα θεμέλια για τον μελλοντικό ενήλικο αναγνώστη. Όσο για το μέλλον, παρόλη την υπερπαραγωγή, απειλείται τόσο από την κακή ποιότητα όσο κι από τον ηλεκτρονικά μέσα. Η δύναμη των ηλεκτρονικών μέσων είναι τεράστια κι ο συναγωνισμός του έντυπου με τον ηλεκτρονικό λόγο, μοιάζει με κείνον της χελώνας και του λαγού. Ελπίζω όμως ότι όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα ενδιαφέρονται για την προσωπική επαφή, για τη συνάντηση των βλεμμάτων, για τη ζεστασιά του χαρτιού, για τη μυρωδιά του τυπωμένου βιβλίου, για άγγιγμα, για το αγκάλιασμα και δεν θα υποκαθιστούν όλη αυτή την εγρήγορση των αισθήσεων με την οθόνη του υπολογιστή θα υπάρχουν και βιβλία, για παιδιά και ενήλικες.  Ο αγώνας θα κριθεί στην ποιότητα και στο είδος της επικοινωνίας που ως κοινωνία θα επιλέξουμε και θα στηρίξουμε.


Τι πρέπει να κάνει ένας εκπαιδευτικός ή γονιός για να αγαπήσει το παιδί το βιβλίο;
Να διαβάζει ο ίδιος, να διαβάζει στο παιδί του όσο είναι μικρό, να συν-διαβάζουν όταν μεγαλώνουν, ν’ αφήνουν τα παιδιά ν’ αναπτύσσουν τη δική τους σχέση με το βιβλίο και να μην προσπαθούν να εκμαιεύσουν απ’ αυτά την άποψη που οι ενήλικες έχουν στο μυαλό τους. Αναφέρομαι στην ερώτηση «γιατί σου άρεσε;». Η παραμυθητική διεργασία συνήθως συμβαίνει ασυνείδητα στα παιδιά και δεν έχουν τη δυνατότητα να εξηγήσουν γιατί μαγεύτηκαν από το τάδε κι όχι από το δείνα. Να μην απομαγικοποιούμε λοιπόν τη σχέση του παιδιού με τα παραμύθια, κυρίως, απαιτώντας αναλύσεις και διδάγματα.



 Έχετε συγκινηθεί με ένα βιβλίο που έχετε γράψει ή έχετε διαβάσει;
Συγκινούμαι, γι αυτό όσο περισσότερα βιβλία διαβάζω τόσο πιο πολύ επιστρέφω, με τα κλασσικά αναγνώσματα, ελληνικά και ξένα, αρχίζοντας απ’ τον Όμηρο και τα παραδοσιακά παραμύθια.


Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση;
Δεν ξέρω αν είναι αγαπημένη αλλά τη σκέφτομαι συχνά και λειτουργεί σαν κίνητρο για μια συνεχή ανακάλυψη και βελτίωση σε όλα τα επίπεδα. Είναι  από ένα ποίημα του Ναζιμ Χιμέτ : «Κι αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο απ’ όλα, δε στο `χω πει ακόμα».


Για ποιο λόγο θα σταματούσατε να γράφετε;
Αυτή είναι εύκολη απάντηση, εξ’ άλλου προκύπτει κι απ’ τα προηγούμενα. Όταν θα έχει ικανοποιηθεί  η ανάγκη της έκφρασης, τότε θα σταματήσω και να γράφω. Μάλλον ποτέ. Αν εννοείτε και την έκδοση των γραπτών μου αυτό θα εξαρτηθεί απ’ το αν αυτά που γράφω αφορούν και άλλους και αξίζει να τα μοιραστώ μαζί τους.
Ευχαριστώ για την ουσιαστική κουβέντα!


***

Βιβλία της συγγραφέας:


Σκοτωμένο νερό


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Οι ήρωες των διηγημάτων, η Μυρτώ, η Αργυρούλα, ο Μίμης, ο Πάτσιαβους, ο Σάλιαγκας κτλ., με την αρμόζουσα τεχνική της συγγραφέως συνθέτουν μια οικεία αλλά και φανταστική κοινωνία, της οποίας θα ήθελε ο καθένας μας να είναι μέλος ως πρωταγωνιστής ή παρατηρητής της εκάστοτε ιστορίας.

Με κοινωνική ευαισθησία, με χιούμορ και ευφυείς μεταβάσεις από το δράμα στο χαμόγελο και στο γέλιο, η Ελένη Αναστασοπούλου αρθρώνει πειστικά έναν ελκυστικό κόσμο.


Το μυστικό της Ερασμίας και του Έραλντ




Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διάπλους.
Αρκετές φορές ανάμεσα στους ανθρώπους και συχνά αυθαίρετα, μπαίνουν εμπόδια, περιορισμοί και όρια. Όμως, οι δύο φίλοι, ο Έραλντ και η Ερασμία, με τη βοήθεια της φύσης, βρήκαν το μυστικό τρόπο να τα νικήσουν... ΄

Ήμουνα κι εγώ εκεί και με κέρασαν φακή μου είπανε το μυστικό, άκου τώρα θα στο πω... "Θα περάσεις τη γραμμή αν το θέλεις πάρα πολύ"





Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Κριτική για το Σκοτωμένο Νερό απο τον Δήμο Χλωπτσιούδη

Οι διηγηματογραφικοί νεωτερισμοί της Ελένης Αναστασοπούλου
απο τον Δήμο Χλωπτσιούδη στο

http://tovivlio.net/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF-%CE%BD%CE%B5%CF%81%CF%8C/

Το διήγημα αν και ανήκει στο κλασσικότερα λογοτεχνικά είδη του νεωτερισμού, είναι και εκείνο που δέχεται τους περισσότερους καλλιτεχνικούς πειραματισμούς, εκείνο που χωρά καινοτομίες. Στο πέρασμα των δεκαετιών έγινε ένα είδος σε συγγραφείς κι αναγνώστες, ακριβώς λόγω των νεωτερισμών του. Οι συγγραφείς είναι πιο ελεύθεροι να εκφραστούν φιλοσοφικά, να περιγράψουν κοινωνικά φαινόμενα και καταστάσεις, να πειραματιστούν στο ύφος και τη γραφή μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο της μικρής έκτασης. Μάλιστα δεν είναι λίγοι οι διηγηματογράφοι που μειώνουν όλο και περισσότερο την έκταση του διηγήματος δημιουργώντας το υποείδος των μικροδιηγημάτων (flash story).
Μία τέτοια συλλογή είναι και το «σκοτωμένο νερό» της Ελένης Αναστασοπούλου (Γαβριηλίδης, 2013). Η συλλογή μπολιάζει την σύγχρονη διηγηματογραφία με καινοτόμες προσεγγίσεις. Ο υποβιβασμός του μύθου στο αναγκαίο κυτταρικό του επίπεδο και η αντικατάστασή του από την ψυχογράφηση του ήρωα, το απρόσμενο τέλος και η θεματική μετατόπιση του συγγραφικού ενδιαφέροντος είναι τα χαρακτηριστικά του πρώτο μέρους της συλλογής.
Αξιοπρόσεκτο στοιχείο είναι το "απρόσμενο" και η "μετατόπιση του θέματος". Σε αντίθεση με τη διηγηματογραφική παράδοση, κατά την οποία το κεντρικό θέμα του έργου τίθεται πριν ακόμη τη μέση, η συγγραφέας εκπλήσσει τον αναγνώστη. Όσο προχωρά η αφήγηση, το συγγραφικό ζητούμενο αλλάζει, μετατοπίζεται. Σε πολύ λίγα διηγήματα της ενότητας ο αναγνώστης συλλαμβάνει το κεντρικό θέμα πριν το τέλος. Ωστόσο, η μετατόπιση αυτή γίνεται με τέτοια φυσικότητα που δεν προκαλεί. Με την αξιοποίηση της προοικονομίας και της συνειρμικής σύνδεσης, όλα εξελίσσονται ομαλά. Το χιούμορ και ο σαρκασμός είναι μερικά ακόμα χαρακτηριστικά του ύφους της που λειτουργούν ως κονίαμα.
Σημαντικό είναι επίσης ότι δίνεται έμφαση στο συναίσθημα κι όχι στο μύθο. Πολλές δημιουργίες δεν είναι καν διηγήματα (με τον αυστηρό ορισμό). Απουσιάζει εντελώς η πλοκή ή είναι υποτυπώδης. Αυτά τα αφηγήματα πλησιάζουν περισσότερο στα πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου. Είναι κρίσεις, αναμνήσεις συχνά ως ένα πεζογραφικό οδοιπορικό με συνειρμική σύνδεση. Ωστόσο, η ζωντάνια της γλώσσας και η ποιητική γραφή δένουν αρμονικά τα αφηγήματα αυτά μέσα στη συλλογή, ως μικρές παρεκβάσεις ανασκόπησης του κοινωνικού παρόντος και του βαθύτερου ψυχισμού των ανθρώπων.
Παράλληλα, καινοτόμα είναι η διάκριση παρόντος και παρελθόντος που ταυτίζονται με τις δύο ανεξάρτητες ενότητες. Το πρώτο -άτιτλο- μέρος είναι μία διαδρομή στο παρόν. Μικρές ιστορίες, σύντομες ανατρεπτικές ματιές της κοινωνίας. Συχνά χωρίς πλοκή, δίνεται έμφαση στην ψυχολογία του ήρωα. Στο δεύτερο μέρος (σκοτωμένο νερό) οι ιστορίες διαδραματίζονται στο παρελθόν. Η πλοκή υπάρχει, αλλά και πάλι τίθεται σε δεύτερο επίπεδο. Το παρελθόν ενός χωριού αναβιώνει μέσα από ατομικές ιστορίες μετανάστευσης, αγώνα για κοινωνική επιβίωση λόγω διαφορετικότητας, έρωτα, πολιτικών συγκρούσεων.
Παράλληλα, το εφεύρημα μιας ενότητας (της δεύτερης) συναποτελούμενης από αυτόνομα διηγήματα που εξελίσσονται σε κοινό χώρο με κοινά πρόσωπα και διασταυρούμενες -κοινές- καταστάσεις, αντικαθιστά την απουσία πλοκής και δίνει την ψευδαίσθηση μιας ενιαίας ιστορίας. Είναι πολύ ενδιαφέρον το ευρηματικό τέχνασμα της συνύπαρξης σε μια συλλογή έργων ανεξάρτητων μεταξύ τους που όμως καλύπτουν κοινά βιώματα, πρόσωπα και τόπο. Αν και διατηρείται η διηγηματογραφική αυτονομία, εντούτοις όλα κινούνται στον ίδιο χώρο, με κοινά πρόσωπα σε ακτινωτή σύνδεση των ατομικών ιστοριών όπως ακριβώς οι κοινωνικές σχέσεις.
Η πλοκή -αν και περιορισμένη στη λογική της πληρότητας του διηγήματος- στο πλαίσιο της ενότητας είναι υπαρκτή και φωτίζει όλες τις πτυχές των κοινωνικών σχέσεων στο αφηγούμενο χωριό. Σύντομα διηγήματα, που θα μπορούσαν να ειδωθούν ως μικρά κεφάλαια μιας νουβέλας, δημιουργούν το ψηφιδωτό μιας μικρογραφίας της κοινωνίας στοιβαγμένης σε ένα τυπικό ελληνικό χωριό, αποσπασματικές ματιές της ζωής ενός χωριού. Η ταβέρνα, οι ενοχές και οι φυλακίσεις, ο ρατσισμός και η διαφορετικότητα, τα πολιτικά και τα ερωτικά πάθη, οι μικρές ιστορίες που στιγματίζουν τα άτομα και διαμορφώνουν τις κοινωνικές σχέσεις ενός χωριού.
Η συγγραφέας μεταχειρίζεται με ευελιξία μια πλούσια ποικιλία συγγραφικής γλώσσας. Σε ορισμένα διηγήματα κυριαρχεί η αφήγηση και η περιγραφή. Η ποιητική διατύπωση είναι το κύριο στοιχείο της. Πειραματίζεται με όλες τις αφηγηματικές τεχνικές (διάλογο, προοικονομία, διάθλαση αφηγηματικού χρόνου, αναδρομές). Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση συνυπάρχει με τον παντογνώστη παρατηρητή, αλλά είναι πάντα μονομερής, καθώς δίνεται από την οπτική ενός προσώπου. Η μονοεστιακή αφήγηση σε συνδυασμό με το α΄ γραμματικό πρόσωπο δημιουργεί την αίσθηση της εξομολόγησης, βυθίζοντας τη μυθοπλασία σε ένα ψευδές ύφος απομνημονευμάτων. Ο μικροπερίοδος λόγος ενισχύει την προφορικότητα της γλώσσας.

Κινεί τον -υποτυπώδη αναγκαίο-  μύθο με ταχύτητα και δημιουργεί ένα αίσθημα οικειότητας στο ύφος του. Σε άλλα διηγήματα κυριαρχεί ο διάλογος, σα σε θεατρικά αποσπάσματα, σα σε μικρά μονόπρακτα. Οι στιχομυθίες όχι μόνο υποστηρίζουν το ύφος του "απρόσμενου" με τη διαλογική ζωντάνια, αλλά και συμβάλλουν στην αρτιότερη έκφραση του συναισθήματος.
Από τον τίτλο ακόμα η συλλογή ξαφνιάζει. Το τόσο ζωογόνο νερό, στον τίτλο είναι σκοτωμένο. Μία ξύλινη πινακίδα στο εξώφυλλο όμως ξαφνιάζει, αφού παραπέμπει σε πραγματικό τοπωνύμιο. Είναι ένας μικρός και ισχυρός καταρράκτης στο Δίλοφο (πατρίδα της συγγραφέως). Η ίδια η συλλογή σκιαγραφεί τις ζωές και τον ψυχισμό ανθρώπων που παρασέρνονται από τον καταρράκτη της ζωής μέσα στη σύντομη διηγηματογραφική καταγραφή τους. Ταυτόχρονα, όμως δηλώνεται και η χωρική ταυτότητα της συλλογής και της έμπνευσης της Αναστασοπούλου.




Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Κριτική στην εφημερίδα "Αυγή" για το "Σκοτωμένο Νερό" απο τον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

ΕΛΕΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Σκοτωμένο νερό, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 205
"Εδώ ακριβώς διακρίνω μία από τις πιο σημαντικές αρετές του βιβλίου: οι ήρωες, γήινοι, σάρκινοι, σκοτεινοί, αντιφατικοί και σε κάθε περίπτωση ανθρώπινοι, διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους και υπερασπίζονται την ιδιωτικότητά τους, χωρίς να πάψουν να πατάνε γερά πάνω στο κοινωνικό έδαφος και να κουβαλάνε σαν λάφυρα ή σαν πληγές όλους τους κοινωνικούς τους προσδιορισμούς. Απέναντί τους στέκεται η συγγραφέας ενίοτε με λεπτότητα και διακριτικότητα, ενίοτε με χιούμορ και ειρωνεία και πάντα με διάθεση κατανόησης, που φέρνει στο μυαλό μου τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων στο έργο του Βιζυηνού – τραγικοί κι αδιέξοδοι αλλά κυρίως συμπαθείς στο σιωπηλό τους δράμα, ακόμη κι όταν ολοφάνερα φταίνε."
 Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι πεζογράφος
http://www.avgi.gr/article/1644865/katharia-kai-posima-nera

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Κριτική για το βιβλίο "Σκοτωμένο Νερό" στην Εφημεριδα "Αυγή" 12-1-14

Καθάρια και πόσιμα νερά. Εφημερίδα "Αυγή"
"Για να κλείσω, στο "Σκοτωμένο νερό" η γραφή πηγάζει σε πείσμα του τίτλου σαν καθάριο και πόσιμο νερό που αντλείται δίχως βιασύνες, εκβιασμούς και θορύβους από μία και μόνη ανάγκη – μιλάω για την ανάγκη της έκφρασης μιας συσσωρευμένης εμπειρίας και ενός συγκεντρωμένου υλικού ύστερα από την πολύχρονη ωρίμανσή τους. Ως πρώτο βιβλίο καταφέρνει, παρά τις όποιες αδυναμίες, να θέσει αρκετά ψηλά τον συγγραφικό πήχη και να σημαδέψει έναν ανοιχτό ορίζοντα αναγνωστικών προσδοκιών για ό,τι θα ακολουθήσει. Κι αυτό με τη σειρά του, ας το σημειώσω με έμφαση, συνομολογεί ερήμην της συγγραφέα μία δέσμευση με τον υποψιασμένο αναγνώστη."
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι πεζογράφος

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Το Σκοτωμένο Νερό ως Schisandra chinensis απο τον Ν. Μπαλιάκα



Schisandra chinensis


Η Schisandra chinensis ή επί το ελληνικώτερον Σχιζάνδρα η κινεζική, είναι ένα από τα φυτά υπερτροφές όχι τόσο γνωστό μέχρι στιγμής στο ευρύτερο κοινό, αλλά αναντικατάστατο πανάρχαιο βοήθημα στην κινεζική εναλλακτική ιατρική. Οι μικροί κατακόκκινοι καρποί της ωριμάζουν σε τσαμπί. Η γεύση τους έχει ένα μείγμα από ξινό, γλυκό, αλμυρό, καυτό, και πικρό ταυτόχρονα. Αυτή ήταν και η πρώτη αίσθηση που με κυρίεψε σαν έκλεισα το οπισθόφυλλο του «Σκοτωμένου Νερού» ολοκληρώνοντας την ανάγνωση. Ένα τσαμπί διηγήματα με τις πέντε γεύσεις ατάκτως και με άνισες δόσεις αναμεμειγμένες, και μια επίγευση από ανατριχιασμένη απώλεια.  Η πρώτη σκέψη, η πρώτη όσφρηση, η πρώτη φαντασίωση. Άλλωστε αυτό το πρώτο συναίσθημα συνήθως έχει και την μεγαλύτερη σημασία. Το δεύτερο, το τρίτο μετά, αφορούνε πλέον την  διύλιση, την απομυθοποίηση και την διαλογή των κειμένων και κατά πως ο καθένας θα τα φορέσει μέσα του ή έξω του, ή και ενδεχομένως να τα απορρίψει.
Καθαρή γραφή, ισορροπημένη, χωρίς εικοτολογίες και περιττές λογοτεχνικές ακροβασίες, οδηγεί την εκάστοτε υποκειμενική  ερμηνεία του αναγνώστη μέσα σε μια ταλάντωση μεταξύ περιγραφικής καθημερινότητας και εξασθενημένου πλην τίμιου και χωρίς διάθεση ειρωνείας σαρκασμού, ο οποίος ενίοτε μετατρέπεται σε υφέρποντα αυτοσαρκασμό, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης μιας εσωτερικής διαχείρισης της συγγραφέως, κυρίως από την σκοπιά του αποστασιοποιημένου παρατηρητή.
Οι γραμμένες εικόνες της, δίνουν μια αίσθηση ασπρόμαυρων φωτογραφιών επιχρωματισμένων όμως με τον παλιό εκείνο τρόπο του χεριού, και της τετραχρωμίας, που δεν μπορούν να κρύψουν ούτε να απαλύνουν τα βλέμματα των φωτογραφημένων. Εκείνα τα τρομερά, άψυχα και αδιάφορα βλέμματα που πάντα κοιτάνε κάτι πίσω σου. Μακρυά. Και κάθε φορά που τελείωνα ένα διήγημα, φρόντιζα πριν ανάψω το επόμενο, να κοιτάξω γύρω μου να δω αν κανείς, και από που στο διάολο με  κοιτούσε.
Ο ποιητής Βασίλης Σιουζούλης στην κριτική του στην εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας αναφέρει μεταξύ άλλων ιδιαίτερα σημαντικών, πως το βιβλίο είναι «Γνήσια ερωτικό, γυναικείο, πέρα, πέρα, αληθινό. Περπατάει χωρίς φερετζέ. Σεμνό όχι σεμνότυφο». Εγώ σήμερα εν μέρει θα τοποθετηθώ διαφορετικά. Δεν είναι ακριβώς γυναικείο, είναι ανθρώπινο. Είναι πολύ πολύ μακρυά από εκείνη την γνωστή και απόλυτα ανιχνεύσιμη γυναικεία πένα η οποία δεκαετίες τώρα ομφαλοσκοπεί γύρω από υπερτονισμένες συναισθηματικές και μόνο εσωστρέφειες, αναπαράγοντας, σχεδόν φωτοαντιγράφοντας, την ίδια κλισέ θεματολογία. Αλλά ούτε και τόσο ερωτικό κατά την δική μου πρώτη προσέγγιση. Όχι τουλάχιστον με την πρώτη αίσθηση που νοιώθουμε σήμερα όταν ακούμε την λέξη ερωτικό. Εδώ ο έρωτας είναι ξεβράκωτος και παίζει με τις λάσπες έξω σε μια αλάνα. Όποιος τολμάει ας τον πάρει στα χέρια του να τον πλύνει.
Σε μια πρώτη κατ’ ιδίαν συζήτηση με την Ελένη της είπα πως έχει ένα «αντράκι» μέσα της κάτι που τουλάχιστον προσέλαβα από τις αναγνώσεις μου. Γενικά ο λόγος της, όπως λέμε στην αργκό, «δεν μασάει». Απουσιάζουν παντελώς, και ευτυχώς δηλαδή οι χαριτωμενιές και οι γλυκανάλατες κραυγούλες και ρομαντικές λιγοθυμίες. Ακολουθεί υποδειγματικά  ένα στιβαρό μοντέλο διήγησης με εκφορά λόγου απόλυτα κατανοητή. Αποδέχεται τον χωροχρονικό τροχό στο κύλισμά του και παράγει ή αναπαράγει τους χαρακτήρες της με πραότητα, τίμια προσέγγιση, με καθαρές γραμμές, χωρίς οίκτους, μεμψιμοιρίες και ανάλογες χαζοηθικές αηδίες προκειμένου να προκαλέσει την συναισθηματική αφύπνιση του αναγνώστη. Η πλοκή, η ροή και οι χαρακτήρες αρκούν. Τους υπηρετεί μέσα από ένα κείμενο από το οποίο απουσιάζουν οι ακμές, ρέει αβίαστα, κελαρύζει σχεδόν εξαχνωμένο, όπως ο χείμαρρος  Σκοτωμένο Νερό στο Βόϊο, χωρίς την παραμικρή λυρική διάθεση. Παρόλα αυτά είναι εξόχως κοφτερό αλλά και παράδοξα μη φονικό. Από τα πρόσωπά της κλέβει στιγμές της ζωής τους, τις κορνιζάρει σε μεταλλικές κορνίζες και τις καρφώνει με δυνατά χτυπήματα, μεθοδικά, τελεσίδικα, πάνω σε έναν τοίχο πυκνής, τρομώδους ηθικής, η οποία συστηματικά υπονομεύει την ζωή τους.
Ο Μίμης, ο/η Πάτσιαβους, ο Σωτήρης ο Σάλιαγκας, η Αργυρώ, ο Λάκης ή ο επί το θρησκευτικώτερο Ιεροκλής, η πόρνη, η Μυρτώ, ο Σταμάτης που έγινε Στράτος, κλπ, χαρακτήρες μονολιθικοί, σιωπηλοί, περήφανοι, αξιοπρεπέστατοι, υπαρκτοί. Χαρακτήρες που όλοι μας κάποτε προσπεράσαμε αδιάφορα στην αποστειρωμένη καθημερινότητά μας έστω και μια φορά στην ζωή μας. Δεν προκαλούν λύπηση, συναισθήματα καρτερίας και συμπαράστασης. Δεν είναι καημένοι, δεν είναι αναξιοπαθούντες, δεν είναι θλιβεροί. Μοιάζουν σκιές σαρκωμένες. Σκιές που αγγίζονται, αν αυτό ποτέ μπορούσε να είναι δυνατόν, που ψηλαφίζονται, που συμπεριφέρονται. Σκιές αποκομμένες από τον σκιορίχτη τους. Ταξιδιάρες στα παράλληλα υφέρποντα συμβάντα των διηγηματικών  μικρόκοσμων της Ελένης. Τις αισθάνεσαι να διασχίζουν τους δρόμους με τα αυτοκίνητα  να περνούν μέσα τους. Σκιές που διαπερνούν ανενόχλητες τοίχους, αντικείμενα, αναμνήσεις. Ένα ολόκληρο λυκοφωτισμένο ιδιόχρονο και άχρονο παράλληλο σύμπαν, ουδέτερο, φωτογραφικό, μονοδιάστατο μα και παράδοξα παλλόμενο και πότε σφριγηλό. Μια ολόκληρη μετανάστευση ψυχών σε έναν αέναο ατέρμονο βηματισμό σχεδόν τελετουργικό. Μια μετανάστευση χωρίς κλισέ συναισθήματα, χωρίς ανόητες και φλύαρες λογοτεχίζουσες κορώνες, χωρίς αποχαιρετιστήρια μαντήλια να ανεμίζουν λυγμούς και δάκρυα. Οι διάσπαρτοι αφορισμοί σε καμία περίπτωση δεν προβάλλονται με την ξιπασιά μιας σύγχρονης δοκησίσοφης αμετροεπούς φιλοσόφου, αλλά με εκείνο τον τρόπο που τον βλέπεις γρατσουνισμένο στους τοίχους και στα παγκάκια προκειμένου να διαπιστώσει το νομοτελειακό των δικών της ορίων.
Η συγγραφική της είναι εξόχως εικονιστική με σιωπηλές κραυγές οι οποίες είναι συνήθως και οι πιο εκκωφαντικές. Αν θα μπορούσαν να περιγραφούν θα ήταν όπως εκείνη η στιγμή όταν κλείνουμε τα αυτιά μας και μιλάμε μέσα μας, σε έναν εαυτό δικαστή που μας κοιτάζει ψυχρά από απέναντι. Ακίνητος! Αυτό συναινεί και στην εν μέρει κινηματογραφική γραφή αφού η Ελένη μοιάζει κλεισμένη  στο δωμάτιο του μοντάζ μοντάροντας με σπουδή σπαράγματα παλαιών φιλμ και βιντεοκασετών για να φτάσει στο μικροαστικό, ημι-επαρχιακό μα και αβάσταχτα τρυφερό, ήσυχο και ανθρώπινο φινάλε. Και μετά, με τον καφέ στο χέρι, σου λέει εγώ αυτό έφτιαξα. Και έτσι είναι για εμένα. Δεν αλλάζει. Τώρα πάρε το εσύ και κάνε το δικό σου. Αν τολμάς. Η αν δεν το θέλεις πέτα το. Για μένα, πάλι έτσι θα είναι.
Το δέος της απλότητας

Νίκος Μπαλιάκας, Ανθρωπ. επιστήμες-Ελληνικός πολιτισμός
Καστοριά 13/12/2013

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Ελα, μέχρι να συνέλθει - διήγημα απο το Σκοτωμένο νερό, στο Ποιείν



Μέρος των σχολίων

-Τα ρέστα μου!

-Και αυτό για την Λενιώ
Ε ρ ε θ ι σ μ ο ί
Αθήνα 14 / 10 / 13....(ποίημα)

-...πυκνο κοφτο σαν μικρες λαμψεις μαχαιριου κειμενο…..κρατωντας το παρθιο βελος ,
γιατο τελος…….Γεια στα χερια σου….και στην ψυχη σου…

- Είστε μια κλάση πιο μπροστά από ότι απασχολεί την πεζογραφία σήμερα... 
Αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρακμή του ευπώλητου, θα σας καλωσόριζαν ως συνέχεια του Μάριου Χάκα και του Γιώργου Ιωάννου...
Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια θέλω να ψάξω βιβλίο λογοτεχνίας για να το διαβάσω...
Εδώ δεν πάει το να είστε καλά, πάει το ευχαριστώ.
Περισσότερα στο  :


Ελα, μέχρι να συνέλθει 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Κριτική απο τον συγγραφέα Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη στο "Σκοτωμένο Νερο"

Καταρράχτης Σκοτωμένο Νερό φωτο: cyberotsarka

                                               Καθάρια και πόσιμα νερό
"...στο “Σκοτωμένο νερό” η γραφή πηγάζει σε πείσμα του τίτλου σαν καθάριο και πόσιμο νερό που αντλείται δίχως βιασύνες, εκβιασμούς και θορύβους από μία και μόνη ανάγκη – μιλάω για την ανάγκη της έκφρασης μιας συσσωρευμένης εμπειρίας και ενός συγκεντρωμένου υλικού ύστερα από την πολύχρονη ωρίμανσή τους."



Καθάρια και πόσιμα


Κριτική στην εφημερίδα "Ελευθερία" της Λάρισας για το "Σκοτωμένο Νερό" απ' τον ποιητή Βασίλη Σιουζουλή