https://www.youtube.com/results?search_query=%CE%97+%CE%9F%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B5%CE%B9%CE%B1+%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82+%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1%CF%82%2C+%22%CE%94%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82%22%2C+%CE%BD%CE%B5%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 1 Απριλίου 2016
Στο κόκκινο Ελσα Στρατος
http://www.stokokkino.gr/article/1000000000029164/Me-mia-Omprela-Kokkini-MEROS-B
29 Μαρτίου 2016 10:29:55
Με μια Ομπρέλα Κόκκινη (ΜΕΡΟΣ Β)
Κάθε μέρα 18:00-20:00 Στο Κόκκινο 93,4
Δευτέρα 28 Μαρτίου. Πλησιάζουμε προς το τέλος του μήνα, μια με βροχή
μια με ήλιο. Η Ομπρέλα μας όμως ανοιχτή, Κόκκινη από ζωή και Τέχνη.
Παρέα μας απόψε δύο συγγραφείς. Ο Αλέξης Σταμάτης με "Το βιβλίο της
βροχής" (Εκδόσεις Καστανιώτη/ παρουσίαση 29/3 στον Ιανό) και η Ελένη
Αναστασοπούλου με τον "Δυσσάκο" της (Εκδόσεις Γαβριηλίδης) το οποίο
παρουσίασε πριν λίγες μέρες και στη Θεσσαλονίκη.
Επιπλέον, θα μιλήσουμε και με τον Νικόλα Καραγκούνη από το συγκρότημα
"Σαν Ξέμπαρκοι" με αφορμή την εκδήλωση που πραγματοποιείται απόψε στη
Μουσική Σκηνή "ξέΦωτο" και αφορά σε ένα μουσικό ταξίδι από την
Πορτογαλία έως την Τουρκία με παραδοσιακά τραγούδια.
ΘΡΑΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/03/37-o.html?m=1
Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ #37, Γράφει και παρουσιάζει o Γιώργος Παναγιωτίδης
Ελένη
Αναστασοπούλου «Δυσσάκος», νουβέλα,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016
Η
Ελένη Αναστασοπούλου, παρότι παρουσιάζεται
όψιμα στα λογοτεχνικά πράγματα, μετά
τo
«Σκοτωμένο Νερό», το πρώτο προσωπικό
της βιβλίο, μία συλλογή διηγημάτων, και
επίσης μετά από την πρώτη εκδοτική
εμφάνισή της, στον συλλογικό τόμο «Οδός
Δημιουργικής Γραφής» και τη συμμετοχή
της στην «Ανθολογία Σύντομου Διηγήματος»,
(δεν θα παρέλειπα τίποτα εξ αυτών από
το βιογραφικό της) με τα κείμενά της
προϊδέασε θετικά τους αναγνώστες της
για την εξέλιξή της. Τον «Δυσσάκο» μάς
τον προσφέρει ως ώριμο επιστέγασμα της
ενασχόλησής της με τη λογοτεχνική γραφή.
Τα παιδικά της βιβλία, τα μνημονεύω και
αυτά, παρότι για την ενασχόληση της
Ελένης με την παιδική λογοτεχνία δεν
θα πάψω να αναρωτιέμαι, έχει στο μεταξύ
εκδώσει ένα τέτοιο ενώ ένα δεύτερο
αναμένει την έκδοσή του, επιβεβαιώνουν
τη συγγραφική της ευαισθησία και επιμονή.
Το τελευταίο που οπωσδήποτε θα κρατούσα
από το βιογραφικό της, χάρη λογοτεχνικού
ενδιαφέροντος, δεν είναι η πολυπραγμοσύνη
της, η ενασχόλησή της με τα κοινά, η
υπηρεσία της σε σημαντικές θέσεις
ευθύνης της εκπαίδευσης αλλά η μακρόχρονη
μαθητεία της και οι μεταπτυχιακές
σπουδές της στη δημιουργική γραφή,
πράγμα που ενώ για την αγγλόφωνη
λογοτεχνία θα αποτελούσε διάκριση και
υπόσχεση σημαντικής λογοτεχνικής
παραγωγής, για τα στενά ελληνικά πράγματα
ίσως φαντάζει ακόμα τόσο παράξενη ώστε
να εγείρει καχυποψίες και ψιθύρους.
Ετούτο
είναι εν ολίγοις το συγγραφικό εργαστήριο
της Ελένης Αναστασοπούλου, η οποία
εργάστηκε άοκνα έως σήμερα και καρποφόρησε
αξιόλογα κείμενα, κείμενα που εκδόθηκαν
χάρη στη λογοτεχνική τους ποιότητα,
κείμενα που ευτύχησαν γρήγορα να
γνωρίσουν τη θετική ανταπόκριση του
αναγνωστικού τους κοινού, αρκετών
σύγχρονων λογοτεχνών και μίας μερίδας
της κριτικής. Ο «Δυσσάκος», ο μικρός
Οδυσσέας δηλαδή, ταξίδεψε σήμερα από
τη Λάρισα στην Αθήνα και μέλλετε να
συνεχίσει το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη,
έχοντας τη φροντίδα της δημιουργού του
στην εκδοτική του περιπέτεια και φέροντας
τη σφραγίδα των εκδόσεων Γαβριηλίδης.
Η λογοτεχνική του καταγωγή βρίσκεται
πέριξ του Θανάση Βαλτινού, στον χρονικά
μακρινό πλέον αλλά συγγενικό λογοτεχνικό
ορίζοντα που φτάνει έως τα Απομνημονεύματα
του Μακρυγιάννη και ορίζει έναν
ελληνοκεντρικό νέο-πριμιτιβισμό, όρος
δανεισμένος από τις εικαστικές τέχνες,
μία εκ νέου επιστροφή στη λαϊκή έκφραση,
συμπεριλαμβάνοντας πεζογράφους όπως
ο Γιώργος Ιωάννου, ο Κώστας Ταχτσής και
ο Μάριος Χάκκας. Ο «Δυσσάκος» έρχεται
από τον μεταπολεμικό ρεαλισμό κουβαλώντας
στο δισάκι του σαφή ιδεολογικό
προσανατολισμό και πλήθος ιστορικών
στοιχείων. Είναι συνοπτικά η πεντηκονταετής
καθημερινότητα του επαρχιώτη φτωχού
νεοέλληνα, η μιζέρια του χωριού που από
χρόνο σε χρόνο μαραζώνει αναπότρεπτα,
από τη δεκαετία του ’60 έως και σήμερα,
μια μαρτυρία για τη νεοελληνική
πραγματικότητα που φωτίζει τις ιδέες
των ηρώων του και όχι τους ίδιους ως
πρόσωπα χειροπιαστά, που εγείρει το
συμβολισμό των ηρώων του μέσα από τη
διαιώνιση μίας κοινής και επαναλαμβανόμενης
μοίρας, άρρηκτα δεμένης με τη μοίρα του
τόπου.
Στο
αφηγηματικό μέρος, με τη μορφή επιστολών
σε ένα μεγάλο μέρος του, εναλλάσσονται
δραματοποιημένοι αφηγητές εσωτερικής
εστίασης, που βλέπουν ο καθένας από τη
δική του εσωτερική οπτική γωνία,
κερδίζοντας σε αμεσότητα και χάνοντας
σε αντικειμενικότητα, κατά την τάση που
εμφανίστηκε κυρίαρχη την εποχή του
μοντερνισμού, ότι δηλαδή μόνο υποκειμενικά
μπορεί ο καθένας να συλλάβει και να
ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Πρόκειται
για τη συνηθέστερη αφηγηματική συνθήκη
που συναντούμε στα περισσότερα σύγχρονα
κείμενα. Το περιεχόμενο είναι η ελληνική
στερεοτυπική οικογένεια, η επιβλητική
παρουσία της πιστής γυναίκας και ταγμένης
μητέρας ριζωμένη στο σπίτι, ο πατέρας
Οδυσσέας, ναυτικός, θαλασσοδαρμένος,
μια ολόκληρη ζωή μακριά από την οικογένειά
του για να συντηρεί την οικογένειά του
-ματαίως;- ο γιός του ο Δυσσάκος που
τελικά ακολουθεί τον ίδιον αυτό δρόμο
του πατέρα του, ο παππούς Δυσσέας και η
γιαγιά, δύο μόνιμα στηρίγματα, δύο
παντοτινά παρούσες σκιές, άλλοτε στο
προσκήνιο και άλλοτε στο παρασκήνιο
του δράματος. Στα διαλογικά μέρη, είτε
στο καφενείο είτε στην αυλή, άντρες ή
γυναίκες, πολλές γνώριμες φωνές, αφελείς,
αγαθές ή προβληματισμένες το κατά
δύναμη, όπως αυτή του δασκάλου και της
δασκάλας, ο μικρός κοινωνικός περίγυρος
της οικογένειας, σχολιάζει τον μεγάλο
κοινωνικό περίγυρο της ελληνικής
πραγματικότητας. Τα γράμματα όλα έχουν
αποδέκτη τον Δυσσάκο, από τον πατέρα
του τα πρώτα, τα στερνά από τη γυναίκα
του. Ένα γράμμα κάθε χρόνο, κάθε Δεκέμβρη,
προσθέτει έναν χρόνο ιδιότυπης,
υποκειμενικής εξιστόρησης της ιστορίας
της σύγχρονης Ελλάδας των τελευταίων
πενήντα ετών. Η γνώση των αφηγητών είναι
αποτέλεσμα της προσωπικής τους εμπειρίας.
Τα γράμματα συναπαρτίζουν τον μεγάλο
καμβά, το μεγάλο θέμα, πάνω στο οποίο
γράφεται και η συμβολική ιστορία των
ηρώων με πολύ χαλαρή πλοκή και λίγα
επεισόδια, προσπαθώντας να αφηγηθούν
πενήντα έτη μέσα σε ένα κείμενο εκατόν
ογδόντα σελίδων περίπου. Αυτή η ιδιαίτερη
μεταχείριση του αφηγηματικού χρόνου
κατακερματίζει την αφήγηση και δημιουργεί
έναν πεζογραφικό λόγο στον οποίο τα
πάντα μας δίνονται κάθε φορά από την
οπτική γωνία ενός μόνο προσώπου,
εστιάζοντας όμως περισσότερο και
αδιαφόρετα στην ιστορία της Ελλάδας
παρά στην προσωπική του ιστορία. Ως προς
το χειρισμό της πλοκής, η κλασική μορφή
του μυθιστορήματος με αρχή, μέση και
τέλος υπολανθάνει, αφού τα γεγονότα
αποτελούν ψηφίδες που συνθέτουν το
αφήγημα, διανθισμένες από σκέψεις και
συναισθήματα.
Η
εντύπωση της αυθεντικότητας της αφήγησης
έρχεται ως αποτέλεσμα του αφηγηματικού
ρυθμού των λαϊκών φωνών, οι οποίες
αφηγούνται οικεία και γλαφυρά εκ βαθέων.
Η συγγραφέας δίνει υπέροχες σκιαγραφίες
των χαρακτήρων και με την εμπειρία της,
αναδεικνύει πτυχές δραματικές και
μορφές αντιπροσωπευτικές του ελλαδικού
χώρου. Εκείνο που διακρίνει την τεχνική
της Ελένης είναι η ικανότητά της,
διατρέχοντας σημαντικά περιστατικά
της σύγχρονης ιστορίας μας και διανθίζοντάς
τα με σκηνές στερεοτυπικές -κοινότοπες
και με φαινομενικά αδιάφορους -
καθημερινούς διαλόγους, να προβάλει
στο τέλος τη σημασία τους μέσα στη ζωή,
και να δείξει ότι σ’ αυτά, κι όχι στα
σημαντικά και τα μεγάλα, βρίσκεται, στις
πιο δραματικές της μορφές, η ανθρώπινη
μοίρα, το βάθος της ζωής. Η ρεαλιστική
της ματιά μετατοπίζεται συχνά στον
λυρισμό εγείροντας συγκινησιακά τον
αναγνώστη και συχνά φανερώνει το
ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων μέσα από
το περιεχόμενο των λεγόμενών τους.
Κατασκευάζει πολλά «εναλλακτικά εγώ»,
αφηγητές-ήρωες, οι οποίοι χρησιμοποιούν
γλώσσα αυτό-αναφορική, αντικρίζοντας
και περιγράφοντας τα πάντα μέσα απ’ το
προσωπικό τους αντιληπτικό φίλτρο. Η
αφήγηση της προσομοιάζει με το άθροισμα
επιμέρους θεατρικών μονόλογων. Η γλώσσα
είναι προφορική, ρέουσα, ανθρώπινη και
οικεία και η ροή του λόγου γρήγορη, με
κοφτές μεταβάσεις, επιδιώκοντας να
δώσει στο κείμενο την αίσθηση της
συναισθηματικά φορτισμένης μαρτυρίας,
μιας «εν βρασμώ κατάθεσης». Το εκφραστικό
ύφος του «Δυσσάκου», η επαναληπτικότητα
στη σύνταξη και η αφθονία σύντομων
φράσεων ακανόνιστου μήκους, είναι
χαρακτηριστικό γνώρισμα του βιβλίου
και ασφαλώς έχει την καταγωγή του στη
χρήση του πρώτου προσώπου. Το ύφος
δηλαδή, προσομοιάζοντας στο ύφος της
καθημερινής γλώσσας, μπολιασμένο με
λυρισμό, ιχνηλατεί πολιτισμικά και
καταστασιακά τη λαϊκή φωνή, υπακούοντας
βεβαίως στους περιορισμούς και στις
δυνατότητες μίμησης του ύφους αυτού
από την συγγραφέα. Η Ελένη Αναστασοπούλου,
μπορεί, όπως εξάλλου κάθε συγγραφέας,
να γράφει με τα βιώματά της, άρα και με
τα βιώματα του φύλου της και με τα βιώματα
της εποχής στην οποία ζει και η ίδια,
αλλά δοκίμασε με τον «Δυσάκκο» να
τολμήσει να ξεπεράσει τα βιώματά της
και να μπει στο πετσί όχι απλά άλλων
ανθρώπων, αλλά ανδρών, που για λόγους
φυσιολογικούς ή κοινωνικούς έχουν
διαφορετικά βιώματα.
Θα
ήταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ στην
αξιοποίηση, εκ μέρους της Ελένης, του
μυθικού Οδυσσέα, του δημοφιλέστερου
ίσως προσώπου που σηματοδοτήθηκε, ως
πολιτισμικό πρότυπο, με σημασίες που
έχουν να κάνουν με τον πόλεμο, την
πολύτροπη νόηση, τις θαλασσινές
περιπέτειες και, όπως και στην περίπτωση
του «Δυσσάκου», με την περιπλάνηση και
τον νόστο. Πολυάριθμοι δημιουργοί τόσο
από την ελληνική όσο και από την ευρωπαϊκή
λογοτεχνία έχουν μετασχηματίσει τον
μύθο του Οδυσσέα, αναδεικνύοντας τον
διακειμενικό χαρακτήρα του. Ο ομηρικός
ήρωας φορτισμένος με την πείρα του
πολύπαθου και σοφού ναυτικού, στην
ποίηση της γενιάς του ’30, υπεράνθρωπος
στον Καζαντζάκη, χρησίμευσε ως κάτοπτρο
για να αντικατοπτρίσει την πολιτική
και κοινωνική περιπέτεια της Ελλάδας.
Η Ελένη Αναστασοπούλου λοιπόν, χρησιμοποιεί
τη «μυθική μέθοδο», όπως την περιέγραψε
ο Έλιοτ, τον αρχαίο μύθο δηλαδή για να
αναδείξει για μία φορά ακόμα τον σαφή
παραλληλισμό ανάμεσα στην αρχαιότητα
και τη σύγχρονη εποχή, έναν παραλληλισμό
τον οποίο ο αναγνώστης εύκολα μπορεί
να ανασυστήσει.
Τελειώνω
επαναδιατυπώνοντας την κατακλείδα του
οπισθόφυλλου του βιβλίου: Ο «Δυσσάκος»,
μικρός Οδυσσέας, είναι τελικά ένα
σπονδυλωτό πολυφωνικό μυθιστόρημα, ένα
ψηφιδωτό, που θυμίζει στον έλληνα
αναγνώστη κάτι από την ιστορία του και
τη μοίρα του τόπου του, που ιχνηλατεί
τον ορίζοντα αυτής εδώ της ζωής του,
κυρίως μέσα από τη γλαφυρή και λυρική
γλώσσα των λαϊκών αφηγητών του.
ERT ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
http://www.ert.gr/i-eleni-anastasopoulou-grafi-gia-ton-dissako-stis-vivlioparousiasis/
MIA ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα Ο «Δυσσάκος» ξεκίνησε σαν μια πράξη ανακάλυψης, σαν απάντηση στο ερώτημα πώς φτάσαμε ως εδώ. Ήταν ένα ταξίδι προς τα πίσω, μια μετανάστευση στον παρελθόντα χρόνο κι από εκεί επιστροφή στο παρόν αποκαθιστώντας τη συνέχειά του. Συνήθως στα μυθιστορήματα βιώνουμε μια φυγή απ’ την πραγματικότητα, εδώ αντίθετα υπάρχει συστηματική επιδίωξη για εμβάθυνση και μορφοποίησης της πραγματικότητας των τελευταίων πενήντα χρόνων, που ήταν πολύ πυκνή σε γεγονότα αλλά κυρίως σε αλλαγές ακατάληπτες εξαιτίας της ταχύτητας με την οποία συνέβαιναν.

Το μυθιστόρημα της Ελένης Αναστασοπούλου Δυσσάκος κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης (σελ. 18, τιμή: 12,72 €).
Γλυπτό εξωφύλλου: Γιώργος Λάππας (1950-2016), Αστοί του Καλαί, Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδη. Ανήκει στην οικογενειακή συλλογή της Ελένης Αναστασοπούλου.
Συνέντευξη της συγγραφέα στο Πρώτο Πρόγραμμα μπορείτε να ακούσετε εδώ.
«Καταγόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια, όπως λέει ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Κατάγομαι από τα λαϊκά παραμύθια που μου έλεγαν οι παππούδες μου, όταν ήμουν παιδί, στο Αργυροπούλι του κάμπου και στο Δίλοφο του βουνού.
Αυτές είναι οι δύο από τις πατρίδες μου, ανάμεσα σ’ εκείνες των προγόνων μου, τον Γράμμο και την Πίνδο, πατρογονικές εστίες με βουνά και νερά τρεχούμενα. Με ψηλώνουν και με ταξιδεύουν, με κουβαλούν και τις κουβαλώ μαζί με τις αφηγήσεις και τα πολυφωνικά τραγούδια. Γι’ αυτό αγαπώ τα μουσικά ακούσματα που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της ανάγκης για συλλογική έκφραση• ακούσματα που βασίζονται σε δρόμους παραδοσιακούς, jazz και rock.
Η
καταγωγή μου από τόπους με βουνά και νερά, με δράκους και νεράιδες μου
έμαθαν ότι τους δράκους μπορείς να τους νικάς και στην πραγματική ζωή.
Έμαθα επίσης ότι η γνώση και η μάθηση μπορεί να γίνει παραμυθένια και
καθόλου βαρετή. Έτσι, ξεκίνησα να γράφω παραμύθια, αρχικά για τις κόρες
μου Μένια και Χριστίνα, μετά για τα παιδιά του σχολείου μου και τώρα για
τα παιδιά όλου του κόσμου, όπως ο Έραλντ και η Ερασμία, η Λούλου και ο
Αζίζ, η Σοφία και ο Κεμάλ. Παιδιά που γνώρισα σε τόπους όπως η Αφρική,
τα Βαλκάνια κι άλλα μέρη του κόσμου στα οποία βρίσκω καταφυγή».
Η Ελένη Αναστασοπούλου σπούδασε παιδαγωγικά στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Διηγήματά της υπάρχουν στο διαδίκτυο καθώς και σε συλλογική έκδοση διηγημάτων. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Σκοτωμένο νερό (Γαβριηλίδης, 2013) και το παραμύθι Το μυστικό της Ερασμίας και του Έραλντ (Διάπλους, 2014).
Η Ελένη Αναστασοπούλου γράφει για τον «Δυσσάκο» στις «Βιβλιοπαρουσιάσεις»
11.03.2016
Βιβλίο,
Βιβλίο,
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ,
ΜΟΝΟ ΣΤΟ ERT.GR,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα Ο «Δυσσάκος» ξεκίνησε σαν μια πράξη ανακάλυψης, σαν απάντηση στο ερώτημα πώς φτάσαμε ως εδώ. Ήταν ένα ταξίδι προς τα πίσω, μια μετανάστευση στον παρελθόντα χρόνο κι από εκεί επιστροφή στο παρόν αποκαθιστώντας τη συνέχειά του. Συνήθως στα μυθιστορήματα βιώνουμε μια φυγή απ’ την πραγματικότητα, εδώ αντίθετα υπάρχει συστηματική επιδίωξη για εμβάθυνση και μορφοποίησης της πραγματικότητας των τελευταίων πενήντα χρόνων, που ήταν πολύ πυκνή σε γεγονότα αλλά κυρίως σε αλλαγές ακατάληπτες εξαιτίας της ταχύτητας με την οποία συνέβαιναν.
Η επιλογή του ονόματος Οδυσσέας σε τρεις εκδοχές –Δυσσέας, Οδυσσέας και Δυσσάκος–
σηματοδοτεί το πέρασμα απ’ τη μια γενιά στην άλλη και ταυτόχρονα τις
αλλαγές αλλά και την ομοιότητα στον πυρήνα τους, που είναι η διαρκής
αναζήτηση, το προσωπικό ταξίδι τού καθενός αλλά και η πορεία ολόκληρης
της κοινωνίας μας.
Η σκιαγράφηση του πολιτικού, κοινωνικού
και κυρίως ανθρωπολογικού σκηνικού τής πεντηκονταετίας έγινε με τη
βοήθεια αρχειακού υλικού από εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία και ίντερνετ.
Μέρος αυτού του σκηνικού ως αυτόπτες μάρτυρες, ενίοτε και
συμμετέχοντες, αποτελεί μεγάλη μερίδα ανθρώπων. Ωστόσο, η προσωπική
άποψη δεν αρκεί και ίσως δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη• γι’ αυτό έγινε
προσπάθεια αυτή την πολύτιμη προσωπική εμπειρία, που δεν διδάσκεται ούτε
και μεταβιβάζεται από άλλον, να συνδυαστεί με εμπειρίες άλλων και να
υπάρξει μια πολύπλευρη και συλλογική οπτική.
Το ζητούμενό μου ήταν η είσοδος
στις ανθρώπινες ψυχές, η συμμετοχή στο τελετουργικό του ξετυλίγματος της
πορείας των ηρώων και, διαμέσου αυτών, η παροχή υπόστασης σε σύμβολα.
Είναι πολλές φορές αποκαλυπτικό να ξαναζεί κανείς το παρελθόν με τα
μάτια τού παρόντος. Η αίσθηση της καθημερινότητας συνήθως είναι
ελλειμματική και κάποιες φορές στρεβλή, γιατί όταν ζεις κάτι δεν έχεις
τη δυνατότητα να το επεξεργαστείς ταυτόχρονα. Η επεξεργασία, ή καλύτερα η
διεργασία με νου, ψυχή και πνεύμα γίνεται όταν επικάθεται η σκόνη ή η
γνώση.
Οι
ήρωες είναι ανθρώπινοι με όλη την τραγικότητα της καθημερινότητας,
Οδυσσείς και Πηνελόπες, Μήδειες, Ήφαιστοι κι Ελπήνορες των καιρών μας, ο
καθένας στο δικό του ταξίδι και όλοι μαζί δεμένοι σε μια κοινή πορεία,
με το ταξίδι να συνδιαμορφώνεται τόσο από τον καθένα ξεχωριστά όσο κι
από το σύνολο.
Ελένη Αναστασοπούλου
Το μυθιστόρημα της Ελένης Αναστασοπούλου Δυσσάκος κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης (σελ. 18, τιμή: 12,72 €).
Γλυπτό εξωφύλλου: Γιώργος Λάππας (1950-2016), Αστοί του Καλαί, Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδη. Ανήκει στην οικογενειακή συλλογή της Ελένης Αναστασοπούλου.
Συνέντευξη της συγγραφέα στο Πρώτο Πρόγραμμα μπορείτε να ακούσετε εδώ.
«Καταγόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια, όπως λέει ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Κατάγομαι από τα λαϊκά παραμύθια που μου έλεγαν οι παππούδες μου, όταν ήμουν παιδί, στο Αργυροπούλι του κάμπου και στο Δίλοφο του βουνού.
Αυτές είναι οι δύο από τις πατρίδες μου, ανάμεσα σ’ εκείνες των προγόνων μου, τον Γράμμο και την Πίνδο, πατρογονικές εστίες με βουνά και νερά τρεχούμενα. Με ψηλώνουν και με ταξιδεύουν, με κουβαλούν και τις κουβαλώ μαζί με τις αφηγήσεις και τα πολυφωνικά τραγούδια. Γι’ αυτό αγαπώ τα μουσικά ακούσματα που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της ανάγκης για συλλογική έκφραση• ακούσματα που βασίζονται σε δρόμους παραδοσιακούς, jazz και rock.
Η Ελένη Αναστασοπούλου σπούδασε παιδαγωγικά στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Διηγήματά της υπάρχουν στο διαδίκτυο καθώς και σε συλλογική έκδοση διηγημάτων. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Σκοτωμένο νερό (Γαβριηλίδης, 2013) και το παραμύθι Το μυστικό της Ερασμίας και του Έραλντ (Διάπλους, 2014).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
