Μια ξεχωριστή εμπειρία έζησαν οι μαθητές/τριες του Ενιαίου Ειδικού
Επαγγελματικού Γυμνασίου Λυκείου Λάρισας. Στο σχολείο ήταν προσκαλεσμένη
η κ. Ελένη Αναστασοπούλου, Συγγραφέας, τέως Περιφερειακή Διευθύντρια
Εκπαίδευσης Θεσσαλίας, τ. Σχολική Σύμβουλος στο πλαίσιο δράσεων για την
9 Φεβρουαρίου που έχει επίσημα καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα της
Ελληνικής Γλώσσας.
Με αφορμή το βιβλίο της, «Το αποδημητικό σκυλί», εκδόσεις Κομνηνός,
ταξίδεψε τις/ους μαθήτριες/ές σε ένα μακρινό, διαδραστικό ταξίδι
αλληλεπιδρώντας εποικοδομητικά μαζί τους. Αρχικά, και με την παρουσία
και αρωγή των εκ/κών του σχολείου, καθοδήγησε τους μαθητές, δίνοντάς
τους τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές ώστε να μπορέσουν κι οι ίδιοι να
πλάσουν ένα δικό τους παραμύθι. Βοήθησε τους μαθητές να ενεργοποιήσουν
τη φαντασία τους και βήμα βήμα να φτάσουν στο σημείο να δημιουργήσουν τα
δικά τους παραμύθια. Το αποτέλεσμα ενθουσίασε τα παιδιά και ήταν
μεγάλη έκπληξη για όλους !
Κατόπιν, αφηγήθηκε, σε όλους/ες τους μαθητές/τριες και
εκπαιδευτικούς, «ζωντανεύοντας» τους ήρωες/κούκλες, ένα από τα παραμύθια
της. Η αφήγηση/παράσταση γέμισε ενθουσιασμό και καθήλωσε σύσσωμο το
σχολείο!
Η Διευθύντρια, κ. Δήμητρα Κόνιαρη, το εκπαιδευτικό προσωπικό και οι
μαθητές ευχαριστούν θερμά την κ. Ελένη Αναστασοπούλου για την
παιδαγωγική εμπειρία που προσέφερε στους μαθητές/τριες. Ήταν ένα
πολύτιμο και ξεχωριστό «ταξίδι» στο οποίο είχαν την τιμή να είναι
«συνοδοιπόροι» της μέσα από τον μοναδικό, νεωτερικό και πρωτότυπο τρόπο
της.
Ελένη Αναστασοπούλου: “Τα παιδιά πρέπει να επανασυνδέονται με την ποίηση…”
Μιλάει στη larissanet με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της “Άκατα μάκατα σούκουτου έτοιμο το χαϊκού”
Θέλετε να μας συστήσετε το νέο βιβλίο από τις εκδόσεις
Θράκα;
«Ακατα μάκατα σουκουτού έτοιμο το χαϊκού!». Ο τίτλος, από το
γνωστό σε όλους μας λάχνισμα, παραπέμπει σε παιδικό βιβλίο. Χαϊκού για παιδιά
λοιπόν. Γιατί για παιδιά; Διότι ο λιτός, ουσιαστικός και ευθύβολος λόγος αυτής
της μορφής ποίησης ταιριάζει στον απερίφραστο και χωρίς δεύτερη σκέψη λόγο των
παιδιών. Ελλειπτικός και συγχρόνως ουσιαστικός. Επειδή η εικονοποιητική
λειτουργία του χαϊκού προσομοιάζει με τη σκέψη των παιδιών. Διότι είναι
διασκεδαστικά, μιλάνε για τη φύση κάτι που αρέσει στα παιδιά, διαβάζονται με
μια ανάσα με τη φαντασία να δημιουργεί αυτόματατη δική της εικόνα, και με την εκπνοή, βγαίνει το δικό τους συναίσθημα, απελευθερωτικά.
Οι εκδόσεις Θράκα, που αποδεδειγμένα αγαπούν την ποίηση, με
τόλμη έβγαλαν το πρώτο βιβλίο ποίησης για παιδιά, διότι τα παιδιά πρέπει να
επανασυνδέονται με την ποίηση. Λέω επανασυνδέονται διότι από πολύ νωρίς έχουν
έρθει σε επαφή μέσα από τα νανουρίσματα και τα ταχταρίσματα. Η μετέπειτα πορεία
προς το μεγάλωμαείναι δυστυχώς πιο πεζή
και στις μέρες μας τηλεοπτική και ταμπλετική.
Ένα βιβλιαράκι χωρισμένο σε εποχές, με τρίστιχα ποιήματα που
διατηρούν τις συμβάσεις της ιαπωνικής ποιητικής φόρμας. Κάτω από κάθε χαϊκού ο μικρός
αναγνώστης μπορεί να ζωγραφίσει τη δική του εικόνα αν και πιστεύω ότι η
φαντασία των παιδιών δεν εγλωβίζεται σε λίγα εκατοστά χαρτιού.
Έχετε μεγάλη εμπειρία στην εκπαίδευση. Γιατί ένα παιδί να
διαβάσει ποίηση;
Ξεκινώ την απάντησή μου με μια γενική παραδοχή. Το παιδί
πρέπει να διαβάζει. Να διαβάζει παραμύθια, ιστορίες, κόμικς, ποίηση και ό,τι
άλλο διαβάζεται! Η ανάγνωση ενισχύει και βελτιώνει τα γνωστικά, συναισθηματικά
και νοητικά επίπεδα του παιδιού, Η γλώσσα, η φαντασία, η κριτική σκέψη, η
κατανόηση, η ευφυΐα, η επικοινωνία…
Η ποίηση είναι αγαπημένο είδος λόγου για τα παιδιά εξαιτίας με
έναν σχεδόν έμφυτο τρόπο αφού πολύ με τα νανουρίσματα και τα ταχταρίσματα από
την νηπιακή ακόμη ηλικία έρχονται σε επαφή με την ρυθμικότητα και την
μουσικότητα του λόγου. Η εικονοποιητική λειτουργία της ποίησης για παιδιά και ο
αναπαραστατικός της λόγος ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία των παιδιών. Δίνει
ερεθίσματα για την ανάπτυξη της φαντασίας μέσα από τη χρήση της συμβολικής
ποιητικής γλώσσας, ενεργοποιεί το νοητικό πεδίο και τα μαθαίνει να βλέπουν και να ερμηνεύουν
τον κόσμο με άλλη οπτική. Επίσης, εμπλουτίζει το λεξιλόγιο και τις γλωσσικές
δεξιότητες, γεννά συναισθήματα και ως μορφή τέχνης και μάλιστα υψηλής
αισθητικής προσφέρει ψυχαγωγία, χαρά και αισθητική αναβάθμιση.
Βέβαια, όλη αυτή η γοητεία της ποίησης εξανεμίζεται όταν η
επαφή μαζί της γίνεται εξαναγκαστική και υπόκειται στις γνωστές σε όλους
μαςκανονιστικές λειτουργίες και
αναλύσεις σε βαθμό αποδόμησης που ακολουθείται συχνά στο εκπαιδευτικό μας
σύστημα. Η ποίηση έχει τη δύναμη της αφύπνισης από μόνη της, αρκεί να φέρουμε
τα παιδιά σε επαφή μαζί της με τρόπο δημιουργικό.
Έχετε γράψει αρκετά παιδικά βιβλία, ασχολείστε εντατικά με
την ποίηση. Τι αντιπροσωπεύει για σας η ποίηση και γενικότερα η γλώσσα;
Εχω γράψει για παιδιά και για ενήλικες. Η μακρόχρονη
επαγγελαμτική και επιστημονική σχέση μου με τα παιδιά ήταν το γόνιμο έδαφος
μέσα από το οποίο αναδύθηκε η αγάπη μου για τις ιστορίες και την παρηγορητική
λειτουργία των παραμυθιών όπως την βίωσα ως παιδί με τις αφηγήσεις των
παππούδων και γιαγιάδων μου αλλά και των διαβασμάτων μου, αργότερα.
Τα βιβλία για τους ενήλικεςπροέκυψαν απ’ την ανάγκη για μοίρασμα των σκεψεων και εμπειριών.
Η σχέση μου με την ποίηση είναι ερασιτεχνική με την έννοια
του έρωτα για την τέχνη. Η ποιητική τέχνη όπως κάθε πραγματική τέχνη, από μόνης
της δεν αλλάζει, ούτε κάνει τον καλύτερο με όρους ρεαλιστικούς, δίνει όμως τη
δυνατότητα να βλέπουμε τον κόσμο με άλλο βλέμμα και να προσπαθούμε να τον
κάνουμε καλύτερο.
Σε ότι αφορά τη γλώσσα, εμμέσως,θέτεται ένα ερώτημα το οποίο ακόμη δεν έχει
απαντηθεί οριστικά. Συνήθως λέμε πως η γλώσσα και κατ’ επέκταση η γραφή είναι
ένα μέσο επικοινωνίας, ένα εργαλείο με το οποίο εξωτερικεύουμεσκέψεις και συναισθήματα.
Δηλαδή η γλώσσα είναι απλά ένα όργανο; Αυτό σημαίνει ότι
στην εποχή μας η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αντικαταστήσει τις ανθρώπινες
σχέσεις αφού ένα λογισμικό ΤΝ μπορεί άνετα να «φορτωθεί» με μια γλώσσα. Μήπως
δεν είναι απλά ένα εργαλείο αλλά αποτελεί ιδιότητα του ανθρώπου συνυφασμένη και
σε αλληλεπίδραση με την σκέψη του; Ο άνθρωπος σκέφτεται με εικόνες κι εκφράζει
αυτές τις εικόνες με λέξεις. Όσο πιο καλός χρήστης της γλώσσας γίνεται κάποιος
τόσο πιο ανεπτυγμένη σκέψη διαθέτει και το αντίστροφο. Εγώ ταυτίζομαι με τον
Πλάτωνα - χωρίς καμία τάση αρχαιολαγνείας, εξάλλου οι έρευνες των τελευταίων
ετών τείνουν προς αυτή την κατεύθυνση- που υποστήριζε ότι η σκέψη είναι εσωτερικευμένη γλώσσα, ενώ η
γλώσσα είναι εξωτερικευμένη σκέψη. Μη ξεχνάμε ότι η λέξη
«λόγος» δήλωνε τόσο τη γλώσσα όσο και τη
λογική.
Παρόλα αυτά «cogito ergo
sum» και μέχρι να δοθεί οριστική απάντηση, απολαμβάνω να πειραματίζομαι με τις
λέξεις και με μαγεύουν όσο όταν έψαχνα την ετυμολογία και το νόημά τους σ’ ένα
τεράστιο λεξικό που δεν χωρούσε στα παιδικά μου χέρια.
Τα
χαϊκού αποτελούν τη μικρότερη μορφή ποίησης στον κόσμο. Έλκουν την
καταγωγή τους από την Ιαπωνία, όπου εμφανίστηκαν τον 16ο αιώνα και
αποτελούν μία παραδοσιακή ποιητική φόρμα, που διακρίνεται από τρεις
στίχους, συνολικά 17 συλλαβών. Τα χαϊκού χρησιμοποιούνται για να
συλλάβουν τη μοναδικότητα της στιγμής, διατηρώντας τη στο χρόνο, όπως
συμβαίνει και στην τέχνη της φωτογραφίας, αναδεικνύοντας μέσα από τους
σύντομους στίχους τους τη μαγευτική ομορφιά της Φύσης.
Στις
μέρες μας, στην εποχή της φλυαρίας που διανύουμε, τα χαϊκού αποτελούν
μία τολμηρή θα έλεγα ποιητική φόρμα για τους δημιουργούς κι αυτό γιατί
χρειάζεται να συμπυκνώσουν τις σκέψεις τους μέσα σε τρεις στίχους,
προσδίδοντας στο ποίημά τους τόσο την απαραίτητη εικονοποιία, όσο και το
απαραίτητο εσωτερικό βάθος, που θα πυροδοτήσει τη σκέψη του εκάστοτε
αναγνώστη.
Η
πολυγραφότατη πεζογράφος, κυρίως παιδικών βιβλίων, Ελένη Αναστασοπούλου
τολμά να αναμετρηθεί με την τέχνη των χαϊκού στο ποιητικό της
ντεμπούτο, που κυκλοφορεί από τις λαρισαϊκές εκδόσεις ΘΡΑΚΑ, με τίτλο
«ΧΑΪΚΟΥ». Πρόκειται για μία ποιητική συλλογή, που χωρά πραγματικά στην
παλάμη σου, γεγονός ευχάριστο γιατί μπορείς να την κουβαλάς πάντα και
παντού μαζί σου, γιατί η ποίηση άλλωστε βρίσκεται παντού και διαβάζεται
παντού!
Προσωπικά,
διάβασα την παρούσα ποιητική συλλογή με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και
αρκετές φορές. Η επανάληψη νομίζω συνέβαλε καθοριστικά στην άντληση όλο
και μεγαλύτερης απόλαυσης. Κάθε φορά που διψούσα για λίγη ομορφιά, για
λίγη ποίηση άνοιγα το βιβλίο της κυρίας Αναστασοπούλου και οι γλαφυρές
εικόνες τις οποίες χτίζει επιτυχώς με τους στίχους της, με κατέκλυζαν.
Η
ποιητική συλλογή είναι διαιρεμένη σε τέσσερις ενότητες, όσες φυσικά και
οι εποχές του χρόνου. Η ποιήτρια ακολουθεί τον κύκλο ζωής της Φύσης,
τον οποίο και μας παρουσιάζει μέσα από τα χαϊκού της. Η ελπίδα της
γέννησης που κουβαλά η Άνοιξη, η γαλήνη της ακύμαντης θάλασσας το
Καλοκαίρι, η επικείμενη φθορά του Χρόνου που έρχεται κάθε Φθινόπωρο, το
αναπόδραστο του θανάτου, που σηματοδοτεί η εμφάνιση του Χειμώνα περνούν
μέσα από τα χαϊκού της ποιήτριας, τα οποία δημιουργούν μία αλυσιδωτή
πορεία, συνυφαίνοντας έναν τέλειο κύκλο, αυτό της Ζωής!
Η
κυρία Αναστασοπούλου διαχειρίζεται έξυπνα τους συμβολισμούς που της
παρέχει απλόχερα η Φύση και ο κύκλος ζωή που ακολουθεί για να σπείρει
σκέψεις και να προβληματίσει. Συγκεκριμένα, τα χαϊκού της ποιήτριας
διέπονται άλλοτε από αφοπλιστική ειλικρίνεια με την αλήθεια που
βρίσκεται πίσω από τους στίχους της, να είναι ξάστερη και εξαιρετικά
επώδυνη, και άλλοτε από την απαραίτητη ελλειπτικότητα που χρειάζονται οι
στίχοι, για να γίνουν αινιγματικοί και να γεννήσουν την ανάγκη στον
αναγνώστη να βουτήξει μέσα στις εικόνες που συνθέτει η ποιήτρια,
αναζητώντας πίσω από τις λέξεις της, τα νοήματα που κρύβονται.
Διαβάζοντας,
λοιπόν, τα χαϊκού της κυρίας Αναστασοπούλου θεωρώ πως εκείνα που
διέπονται από την άκρατη εξομολογητική διάθεση των παθιασμένων εραστών,
των απελπισμένα ερωτευμένων, εκεινά τα χαϊκού που διατρέχονται από μία
ανεπιτήδευτη ρομαντική διάθεση, είναι αυτά που κλέβουν την παράσταση και
έχουν την πιο επιβλητική παρουσία στις σελίδες της συλλογής. Για αυτό
θα ήθελα να κλείσω παραθέτοντας μερικά από αυτά.
Πώς να αντέξω
Χωρίς εσένα φως μου
Τόση άνοιξη
Το πεφταστέρι
Θα λέει θα σε αγαπώ
Μέχρι να σβήσω
Είσαι η βροχή
Στο χώμα το σπαρμένο
Είμαι ο σπόρος
Μία νιφάδα
Στα ματόκλαδα σου, να!
Εκεί ας λιώσω
Τα
χαϊκού αποτελούν τη μικρότερη μορφή ποίησης στον κόσμο. Έλκουν την
καταγωγή τους από την Ιαπωνία, όπου εμφανίστηκαν τον 16ο αιώνα και
αποτελούν μία παραδοσιακή ποιητική φόρμα, που διακρίνεται από τρεις
στίχους, συνολικά 17 συλλαβών. Τα χαϊκού χρησιμοποιούνται για να
συλλάβουν τη μοναδικότητα της στιγμής, διατηρώντας τη στο χρόνο, όπως
συμβαίνει και στην τέχνη της φωτογραφίας, αναδεικνύοντας μέσα από τους
σύντομους στίχους τους τη μαγευτική ομορφιά της Φύσης.
Στις
μέρες μας, στην εποχή της φλυαρίας που διανύουμε, τα χαϊκού αποτελούν
μία τολμηρή θα έλεγα ποιητική φόρμα για τους δημιουργούς κι αυτό γιατί
χρειάζεται να συμπυκνώσουν τις σκέψεις τους μέσα σε τρεις στίχους,
προσδίδοντας στο ποίημά τους τόσο την απαραίτητη εικονοποιία, όσο και το
απαραίτητο εσωτερικό βάθος, που θα πυροδοτήσει τη σκέψη του εκάστοτε
αναγνώστη.
Η
πολυγραφότατη πεζογράφος, κυρίως παιδικών βιβλίων, Ελένη Αναστασοπούλου
τολμά να αναμετρηθεί με την τέχνη των χαϊκού στο ποιητικό της
ντεμπούτο, που κυκλοφορεί από τις λαρισαϊκές εκδόσεις ΘΡΑΚΑ, με τίτλο
«ΧΑΪΚΟΥ». Πρόκειται για μία ποιητική συλλογή, που χωρά πραγματικά στην
παλάμη σου, γεγονός ευχάριστο γιατί μπορείς να την κουβαλάς πάντα και
παντού μαζί σου, γιατί η ποίηση άλλωστε βρίσκεται παντού και διαβάζεται
παντού!
Προσωπικά,
διάβασα την παρούσα ποιητική συλλογή με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και
αρκετές φορές. Η επανάληψη νομίζω συνέβαλε καθοριστικά στην άντληση όλο
και μεγαλύτερης απόλαυσης. Κάθε φορά που διψούσα για λίγη ομορφιά, για
λίγη ποίηση άνοιγα το βιβλίο της κυρίας Αναστασοπούλου και οι γλαφυρές
εικόνες τις οποίες χτίζει επιτυχώς με τους στίχους της, με κατέκλυζαν.
Η
ποιητική συλλογή είναι διαιρεμένη σε τέσσερις ενότητες, όσες φυσικά και
οι εποχές του χρόνου. Η ποιήτρια ακολουθεί τον κύκλο ζωής της Φύσης,
τον οποίο και μας παρουσιάζει μέσα από τα χαϊκού της. Η ελπίδα της
γέννησης που κουβαλά η Άνοιξη, η γαλήνη της ακύμαντης θάλασσας το
Καλοκαίρι, η επικείμενη φθορά του Χρόνου που έρχεται κάθε Φθινόπωρο, το
αναπόδραστο του θανάτου, που σηματοδοτεί η εμφάνιση του Χειμώνα περνούν
μέσα από τα χαϊκού της ποιήτριας, τα οποία δημιουργούν μία αλυσιδωτή
πορεία, συνυφαίνοντας έναν τέλειο κύκλο, αυτό της Ζωής!
Η
κυρία Αναστασοπούλου διαχειρίζεται έξυπνα τους συμβολισμούς που της
παρέχει απλόχερα η Φύση και ο κύκλος ζωή που ακολουθεί για να σπείρει
σκέψεις και να προβληματίσει. Συγκεκριμένα, τα χαϊκού της ποιήτριας
διέπονται άλλοτε από αφοπλιστική ειλικρίνεια με την αλήθεια που
βρίσκεται πίσω από τους στίχους της, να είναι ξάστερη και εξαιρετικά
επώδυνη, και άλλοτε από την απαραίτητη ελλειπτικότητα που χρειάζονται οι
στίχοι, για να γίνουν αινιγματικοί και να γεννήσουν την ανάγκη στον
αναγνώστη να βουτήξει μέσα στις εικόνες που συνθέτει η ποιήτρια,
αναζητώντας πίσω από τις λέξεις της, τα νοήματα που κρύβονται.
Διαβάζοντας,
λοιπόν, τα χαϊκού της κυρίας Αναστασοπούλου θεωρώ πως εκείνα που
διέπονται από την άκρατη εξομολογητική διάθεση των παθιασμένων εραστών,
των απελπισμένα ερωτευμένων, εκεινά τα χαϊκού που διατρέχονται από μία
ανεπιτήδευτη ρομαντική διάθεση, είναι αυτά που κλέβουν την παράσταση και
έχουν την πιο επιβλητική παρουσία στις σελίδες της συλλογής. Για αυτό
θα ήθελα να κλείσω παραθέτοντας μερικά από αυτά.
Σε μια προσεγμένη εκδήλωση που έλαβε χώρα στο
«Φρούριο» στη Λάρισα, η συγγραφέας Ελένη Αναστασοπούλου παρουσίασε την
πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Χαϊκού».
Η συλλογή κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις «Θράκα». Για το
βιβλίο μίλησαν η φιλόλογος Βάγια Γαλιού και ο ποιητής Αντώνης Ψάλτης,
ενώ ποιήματα διάβασαν η ηθοποιός Χρυσούλα Χρήστου και η ίδια η
συγγραφέας.
Την συγγραφέα τίμησε με την παρουσία του αρκετός κόσμος, ενώ η κ. Αναστασοπούλου υπέγραψε πολλά αντίτυπα του βιβλίου της.
Σε μια κατάμεστη αίθουσα στο Φρούριο της Λάρισας η Ελένη Αναστασοπούλουπαρουσίασε χθες βράδυ το τελευταίο της βιβλίο, τα δικά της ΧΑΪΚΟΥ, στην προσπάθεια της να εκφράσει σκέψεις, συναισθήματα και προβληματισμούς.
Η εκπαιδευτικός και συγγραφέας, Ελένη Αναστασοπούλου, γράφει ένα διήγημα στο "Έθνος της Κυριακής" για το Πάσχα της καραντίνας
Τα
τζάκια δεν πρόλαβαν να σβήσουν κι έφτασε Πάσχα, είπε σηκώνοντας το
κεφάλι της απ’ το κορφολόγημα. Απ’ το αμπελάκι, στην Πέρα Ράχη, έβλεπε
όλο το χωριό. Εικοσιδύο, κι ένα το δικό της, εικοσιτρία τζάκια, μέτρησε
η Φωτούλα και μια χαρά πήγε να σηκωθεί μέσα της,σαν τον καπνό, μα την
μπούκωσε με τις σκέψεις της.Και τι σανκαπνίζουν;…πόσα είναι,τάχα,τα δικά
τους;… έφεραν αυτούς τους ξένουςαπ’ τη Συρία… κατά που πέφτει αυτή η
Συρία;… τι γυρεύουν εδώ;…τώρα θα μου πεις άλλο που δεν ήθελαν οι
χωριανοί…οι παραδόπιστοι… για δυο ψωροδεκάρες τους έβαλαν στα σπίτια
τους… αλλά θα μου πεις έτσι κι αλλιώς παρατημένα τα είχαν… όπως και τ’
αμπέλια τους, γέμισε η Ράχη κούτσουρα... ακούς εκεί, να τους πληρώνουν
και το νοίκι... που ακούστηκε!Και τοδικό της το παιδί ξενιτεύτηκε αλλά
δεν πήγε κανείς να του πει, να, πάρε αυτό το σπίτι, κάτσε μέσα κι εγώ θα
σε ταΐζω και θα σου πληρώνω και το νοίκι.
AD
Η
κυρά-Φωτούλα,απροσδιορίστου ηλικίας, όπως όλες οι γυναίκες σ’ αυτά τα
σκληρά μέρη, εβδομήντα πέντε και βάλε, έπνιξε τη χαρά μέσα της, πριν
φτάσει στα μάτια και τα φωτίσει με κείνη τη λάμψη που μόνο η χαρά
δίνει.
Φορούσε φουστάνι καφέ σκούρο, μάλλινο, ξεθωριασμένο στους
αγκώνες, στους ώμους και στους γοφούς, εκεί που ξεκουράζουν τα χέρια ή
τα στηρίζουν για να τεντώσουν τη ραχοκοκαλιά τους, οι γυναίκες της
υπαίθρου. Ξεθωριασμένο στο χρώμα της ώχρας, ίσα να σπάει η σκοτεινιά
του καφέ. Όταν δεν φοράει την μαύρη ζακέτα και την σφιχτοδεμένη γκρίζα
ποδιά από πάνω, η ώχρα γλυκαίνει κάπως το πρόσωπό της, παρά τις σκιές
που ρίχνει το κατεβασμένο κεφαλομάντηλο και κάνει τις γωνίες του
προσώπου τηςνα μοιάζουν με τα βράχια του τόπου της. Παράξενη
φυσιογνωμία, δεν μπορείς εύκολα να πεις όμορφη,είναι και τα γεράματα
βλέπεις,ή συμπαθητική, έστω καλοσυνάτη ή μοβόρα όπως λένε συχνά τους
αγέλαστους. Η όψη της θύμιζε τα πετρόχτιστα σπίτια του χωριού της αλλά
μερικές φορές και τις ξερολιθιές, που έμοιαζαν ευάλωτες και θαρρούσες
πως ανάσαιναν, καθώς περνούσε ο αέρας ανάμεσα από τις πέτρες. Το
πηγούνι, οι γωνίες των σαγονιών, τα ζυγωματικά, τα τόξατων φρυδιών της,
δίνουν την αίσθηση της συμμετρίας ενός στιβαρού οικοδομήματος. Το
στόμα της, μια οριζόντια γραμμή, ανάμεσα στις κάθετες αυλακιές του πάνω
και κάτω χείλους. Τα ζυγωματικά της, δυο καμπύλα οροπέδια, στην άκρη των
οποίων θρόιζαν πευκοβελόνες, τα ματοτσίνορά της. Αφύσικα πυκνά και
μεγάλα, για γυναίκα της ηλικίας της. Αυτά ήταν,θαρρώ, που έκαναν τα
μάτια της να φαίνονται φτιαγμένα άλλοτε από το γκρίζο της πέτρας κι
άλλοτε απόουρανό στη δύση του, σπάνιο φαινόμενο, αλλά όταν συνέβαινε
ήθελες να αφήσεις τη ματιά σου να περιπλανηθεί στο βασιλεμένο πρόσωπό
της. Η μύτη της, πλαγιά ενός λοφίσκουανάμεσα στα οροπέδια των
ζυγωματικών.Η Φωτούλα. Ακούς Φωτούλα και περιμένεις να δεις μια
μικροκαμωμένη και πρόσχαρη γυναίκα. Αντίθετα βλέπεις μια ψηλή, αυστηρή
και αγέλαστη. Γι’ αυτό στο χωριό κάποιοι την έλεγαν Φωτούλα και άλλοι
Λάμπραινα, απ’ τον Λάμπρο τον άντρα της, τον μακαρίτη.
Πάσχα
ήταν, σαν και τώρα, όταν ήρθε καινούρια νύφη στο χωριό, γεμάτη όνειρα
και χαρά.Άμα σε σημαδέψει όμως ο Θεός, η Πασχαλιά, κρατάει μια μέρα και
η μεγαλοβδόμαδα μια ζωή.Ο Λάμπρος, ο άντρας της, ήταν μάστορας.
Πετράς. Τι μάστορας δηλαδή, χρυσοχέρης. Ομόρφυνε τα καμποχώρια. Τι
εκκλησιές, τι αρχοντόσπιτα, τι βρύσες και πηγάδια.!Έπιανε την πέτρα,
πελεκούσε τις γωνίες, την ημέρευε, την μαλάκωνε. Έτσι ημέρεψε και τη
Φωτούλα. Την πήρε απ’ τον κάμπο,με βιολιά και νταούλια και την πήγε νύφη
στο χωριό του, τρεις ώρες δρόμο. Μέρα Πασχαλιά. Η Φωτούλα τ’ αγάπησε
το χωριό, τον κάμπο δεν τον ήθελε.Μόνο πίκρα θυμόταν από δαύτον.
Τουρκόσπορους
τις ανέβαζαν, ξενομερίτισσες τις κατέβαζαν. Η μάνα της, χήρα,έριξε τον
μπόγο με το σπιτικό της στην πλάτη, δυο κορίτσιαστο ένα χέρι και μια
γριά, την πεθερά της στ’ άλλο,κι έφυγε απ’ το Ακσαράι να σώσει ό,τι είχε
απομείνει.Ούτε τον άντρα της δεν πρόλαβε να κλάψει. Πότε δω, πότε κει,
πότε σε θάλασσα και πότε σε στεριά, μέχρι που της είπαν, θα πας στη
Γούνιτσα. Ούτε το διάλεξε, ούτε παραπονέθηκε. Μεροδούλι μεροφάι στα
χωράφια, κατάφερε να στήσει το καλύβι της. Έβαλε μια σειρά. Αναθάρρησε!
Αμ δε! Θέλει ν’ ανθίσει το δεντρί κι η πάχνη δεν τ’ αφήνει. Αυτό δεν
ήταν πάχνη, θειάφι ήταν. Σε αυτό το σημείο, οι σκέψεις της Φωτούλας
πάντα αλλαξοδρομούσαν και τα μάτια της γίνονταν γκρίζα, μολυβένια. Με
τέτοια μάτια γύρισε στο σπίτι και κάθισε να πάρει μια ανάσα στο
πλατύσκαλο. Αυτά τα μάτια αντίκρυσαν τα παιδιά και η «δασκάλα», με τα
λαζαράκια και τα καλαθάκια στα χέρια,όταν πλησίασαν στην αυλή της
Φωτούλας για να πουν τα κάλαντα του Λαζάρου.
Είχαν
πολλά χρόνια ν’ ακουστούν παιδικές φωνές στο χωριό. Όταν οι χωριανοί
άκουσαν ότι θα φέρουν στο χωριό οικογένειες προσφύγων, αναστατώθηκαν.
Μόνο αυτοί τους έλλειπαν, δεν πρόκαναν να ησυχάσουν από τις επιδρομές
των Αλβανών, τώραθα έφερναν τους πρόσφυγες, γιατί δεν έμειναν στην
πατρίδα τους κι έρχονται εδώ, τους βάζουν στα σπίτια τους και να δεις
που με τον καιρό θα τους τα πάρουν για δικά τους… Ανησυχία,κουβέντες του
καφενείου, κι απ’ το ένα στόμα στο άλλο οι κουβέντες μεγάλωσαν κι
έγιναν φόβος κι απ’ το φόβο διπλοκλείδωσαν τα σπίτια και τις καρδιές
τους και κοίταζαν τους πρόσφυγες πίσω από τα πλεχτά κουρτινάκια.
Απόρθητοι.
«Όλα τα φρούρια έχουν την κερκόπορτά τους», σκεφτόταν η
υπεύθυνη της Ύπατης Αρμοστείας για τα παιδιά των προσφύγων, η
«δασκάλα» όπως την έλεγαν στο χωριό.Η άλωση άρχισε από το καφενείο. Η
«δασκάλα», πολιόρκησε τους παππούδες με τα χαμόγελα και τις φωνούλες των
παιδιών. Τα πήγαινε στο καφενείο, τάχα για να πιει κι αυτή ένα καφέ. Η
αρχή έγινε με μια καραμέλα, μετά μια πορτοκαλάδα, κερδισμένη στην πρέφα
και ύστερα παππούδες και παιδιά άρχισαν να ξεθαρρεύουν. Τα νοήματα
έδιναν κι έπαιρναν αφού τα παιδιά δεν ήξεραν γρυ, ελληνικά.Γκριμάτσες,
χειρονομίες, εκφράσεις, γέλια και φωνούλες βομβάρδιζαν τους φόβους και
τις άμυνες των παππούδων που άφησαν για λίγο την πρέφα. Η πρώτη λέξη που
τους έμαθαν, ήταν «παππούς». Όταν μάλιστα ήρθε και κόλλησε δίπλα το
όνομα και τα παιδιά φώναζαν από μακριά παππού -Νίκο, παππού-Σωτήρη, ή
παππού-Μανώλη, εκεί πια, τα κάστρα έπεσαν. Μετά ήρθε η λέξη «γιαγιά»,
ύστερα απέκτησεπρόσωπο, γιαγιά-Μαρία, γιαγιά -Κούλα και το πρόσωπο
έγινε αγκαλιά, διψασμένη για χάδι παιδικό. Τα παιδιά λειτούργησαν σαν
συγκολλητική ουσία κι έφεραν κοντά τους κατοίκους με τους γονείς τους.
Όλοι αναζητούσαν την ίδια πατρίδα. Την πατρίδα των παιδικών χρόνων. Αυτή
που μοιάζει μ’ αιώνιο καλοκαίρι ακόμη κι όταν συνειδητοποιείς ότι η
αθωότητα, η ελευθερία και τα όνειρα δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση.
Η
Φωτούλα έμεινε έξω από αυτή την ώσμωση. Δεν κατάλαβε αλλά ούτε και
ήθελε να συμμετέχει σε αυτόν τον συγχρωτισμό και την αλλαγή στις
διαθέσεις και τα συναισθήματα των συγχωριανών της.Στο γειτονικό σπίτι,
παρατημένο από χρόνια, είχε εγκατασταθεί μια οικογένεια προσφύγων.
Τόσους μήνες δεν γύρισε, ούτε μια φορά, το κεφάλι της να τους κοιτάξει.
Έβγαινε στην πίσω αυλή με τον ψηλό τοίχο για να μη τους βλέπει.
Η
Φωτούλα μπήκε στο σπίτι πριν προλάβουν ν’αρχίσουν τον «Λάζαρο». Έφτασε η
Μεγάλη Πέμπτη και στο διπλανό σπίτι, των προσφύγων, υπήρχε μεγάλη
κινητικότητα. Η Φωτούλα, πίσω από την κουρτίνα, έβλεπε πολλές γυναίκες,
από αυτές τις ξένες, να πηγαινοέρχονται μαζί με τα παιδιά τους. Γέμισε η
αυλή παιδιά και φωνές. «Σήμερα της Σταύρωσης κι αυτές έχουν πανηγύρι»
μονολογούσε η Φωτούλα. Βγήκε στην αυλή, τάχα για να σκαλίσει το παρτέρι
με τα λουλούδια, κάτι ζουμπούλια που ανθίζουν κάθε χρόνο, μόνα τους.
«Μόλις περάσει το Πάσχα, θα φωνάξω τον Αποστόλη να μου χτίσει ένα τοίχο
μέχρι πάνω» σκέφτηκε κοιτάζοντας τα αραιά ξύλα του φράχτη που χώριζαν
τις δυο αυλές. Μια μυρωδιά της τρύπησε τα ρουθούνια. Μυρωδιά ψωμιού,
κουλούρας. Έμεινε ανακούρκουδα, με το σκαλιστήρι στο χέρι. Ένα κοριτσάκι
μπήκε, σχεδόν μισό, ανάμεσα στα ξύλα του φράχτη κι άπλωσε το χέρι προς
τη Φωτούλα, κρατώντας μια κουλουρίτσα μ’ ένα κόκκινο αυγό στο κέντρο. Η
Φωτούλα πάνιασε λες και είδε φάντασμα. Από τα μάτια της έτρεχαν τα
δάκρυα ποτάμι, βουβό.
Είχε να κλάψει από τότε που ήταν εννιά
χρονών. Αυτή εννιά και η Μορφούλα,η αδερφή της, έξι. Μεγάλη Πέμπτη ήταν
και τότε. Η γιαγιά έδωσε τιςζεστές κουλουρίτσες στα κορίτσια και τις
έστειλε να βγάλουν τις κατσίκες για βοσκή, δίπλα στο ποτάμι, μέχρι να
ξεφουρνίσει και τ’ άλλα ψωμιά. Η Μορφούλα έτρεχε κυνηγώντας τις
κατσίκες, της έπεσε η κουλουρίτσα απ’ το χέρι, κατρακύλησε στην όχθη…
έτρεξε να την πιάσει… το ποτάμι είχε φουσκώσει… η όχθη σε μερικά σημεία
είχε γίνει βάλτος… η Φωτούλα δεν πρόλαβε… το σπιτικό τους σταυρώθηκε…
AD
Η
Φωτούλα δεν έκανε ποτέ της μήτε Λαζαράκια, μήτε κουλούρες, μήτε κι
έκλαψε από τότε. Μόνο τώρα, μετά από εβδομήντα χρόνια. Μπήκε στο σπίτι
κι έκλαψε ώρες, έκλαψε για τα εβδομήντα άνυδρα χρόνια της. Χρωστούμενες
χοές για όλες τις απώλειες της ζωής της.
Το σούρουπο, βγήκε από το
σπίτι, με δυο στεφάνια και μια αγκαλιά ζουμπούλια. Άφησε τα λουλούδια
και το ένα στεφάνι στην εξώθυρα των γειτόνων. Η μικρή έτρεξε κοντά της,
την έπιασε απ’ το χέρι.Στο πλατύσκαλο μια όμορφη νέα γυναίκα κι ένα
ακόμη κοριτσάκι της χαμογελούσαν. Στην εκκλησία, στάθηκαν δίπλα της. Η
Φωτούλα άπλωσε τα χέρια και δυο παιδικά χεράκια φώλιασαν στα δικά της. Ο
παπάς έψελνε, «Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.Δείξον ημίν και την
ένδοξόν σου Ανάστασιν.»
Η Ελένη Αναστασοπούλου γράφει για το Πάσχα: Η κουλουρίτσα με το κόκκινο αυγό
Η εκπαιδευτικός και συγγραφέας, Ελένη Αναστασοπούλου, γράφει ένα διήγημα στο "Έθνος της Κυριακής" για το Πάσχα της καραντίνας
Τα
τζάκια δεν πρόλαβαν να σβήσουν κι έφτασε Πάσχα, είπε σηκώνοντας το
κεφάλι της απ’ το κορφολόγημα. Απ’ το αμπελάκι, στην Πέρα Ράχη, έβλεπε
όλο το χωριό. Εικοσιδύο, κι ένα το δικό της, εικοσιτρία τζάκια, μέτρησε
η Φωτούλα και μια χαρά πήγε να σηκωθεί μέσα της,σαν τον καπνό, μα την
μπούκωσε με τις σκέψεις της.Και τι σανκαπνίζουν;…πόσα είναι,τάχα,τα δικά
τους;… έφεραν αυτούς τους ξένουςαπ’ τη Συρία… κατά που πέφτει αυτή η
Συρία;… τι γυρεύουν εδώ;…τώρα θα μου πεις άλλο που δεν ήθελαν οι
χωριανοί…οι παραδόπιστοι… για δυο ψωροδεκάρες τους έβαλαν στα σπίτια
τους… αλλά θα μου πεις έτσι κι αλλιώς παρατημένα τα είχαν… όπως και τ’
αμπέλια τους, γέμισε η Ράχη κούτσουρα... ακούς εκεί, να τους πληρώνουν
και το νοίκι... που ακούστηκε!Και τοδικό της το παιδί ξενιτεύτηκε αλλά
δεν πήγε κανείς να του πει, να, πάρε αυτό το σπίτι, κάτσε μέσα κι εγώ θα
σε ταΐζω και θα σου πληρώνω και το νοίκι.
AD
Η
κυρά-Φωτούλα,απροσδιορίστου ηλικίας, όπως όλες οι γυναίκες σ’ αυτά τα
σκληρά μέρη, εβδομήντα πέντε και βάλε, έπνιξε τη χαρά μέσα της, πριν
φτάσει στα μάτια και τα φωτίσει με κείνη τη λάμψη που μόνο η χαρά
δίνει.
Φορούσε φουστάνι καφέ σκούρο, μάλλινο, ξεθωριασμένο στους
αγκώνες, στους ώμους και στους γοφούς, εκεί που ξεκουράζουν τα χέρια ή
τα στηρίζουν για να τεντώσουν τη ραχοκοκαλιά τους, οι γυναίκες της
υπαίθρου. Ξεθωριασμένο στο χρώμα της ώχρας, ίσα να σπάει η σκοτεινιά
του καφέ. Όταν δεν φοράει την μαύρη ζακέτα και την σφιχτοδεμένη γκρίζα
ποδιά από πάνω, η ώχρα γλυκαίνει κάπως το πρόσωπό της, παρά τις σκιές
που ρίχνει το κατεβασμένο κεφαλομάντηλο και κάνει τις γωνίες του
προσώπου τηςνα μοιάζουν με τα βράχια του τόπου της. Παράξενη
φυσιογνωμία, δεν μπορείς εύκολα να πεις όμορφη,είναι και τα γεράματα
βλέπεις,ή συμπαθητική, έστω καλοσυνάτη ή μοβόρα όπως λένε συχνά τους
αγέλαστους. Η όψη της θύμιζε τα πετρόχτιστα σπίτια του χωριού της αλλά
μερικές φορές και τις ξερολιθιές, που έμοιαζαν ευάλωτες και θαρρούσες
πως ανάσαιναν, καθώς περνούσε ο αέρας ανάμεσα από τις πέτρες. Το
πηγούνι, οι γωνίες των σαγονιών, τα ζυγωματικά, τα τόξατων φρυδιών της,
δίνουν την αίσθηση της συμμετρίας ενός στιβαρού οικοδομήματος. Το
στόμα της, μια οριζόντια γραμμή, ανάμεσα στις κάθετες αυλακιές του πάνω
και κάτω χείλους. Τα ζυγωματικά της, δυο καμπύλα οροπέδια, στην άκρη των
οποίων θρόιζαν πευκοβελόνες, τα ματοτσίνορά της. Αφύσικα πυκνά και
μεγάλα, για γυναίκα της ηλικίας της. Αυτά ήταν,θαρρώ, που έκαναν τα
μάτια της να φαίνονται φτιαγμένα άλλοτε από το γκρίζο της πέτρας κι
άλλοτε απόουρανό στη δύση του, σπάνιο φαινόμενο, αλλά όταν συνέβαινε
ήθελες να αφήσεις τη ματιά σου να περιπλανηθεί στο βασιλεμένο πρόσωπό
της. Η μύτη της, πλαγιά ενός λοφίσκουανάμεσα στα οροπέδια των
ζυγωματικών.Η Φωτούλα. Ακούς Φωτούλα και περιμένεις να δεις μια
μικροκαμωμένη και πρόσχαρη γυναίκα. Αντίθετα βλέπεις μια ψηλή, αυστηρή
και αγέλαστη. Γι’ αυτό στο χωριό κάποιοι την έλεγαν Φωτούλα και άλλοι
Λάμπραινα, απ’ τον Λάμπρο τον άντρα της, τον μακαρίτη.
Πάσχα
ήταν, σαν και τώρα, όταν ήρθε καινούρια νύφη στο χωριό, γεμάτη όνειρα
και χαρά.Άμα σε σημαδέψει όμως ο Θεός, η Πασχαλιά, κρατάει μια μέρα και
η μεγαλοβδόμαδα μια ζωή.Ο Λάμπρος, ο άντρας της, ήταν μάστορας.
Πετράς. Τι μάστορας δηλαδή, χρυσοχέρης. Ομόρφυνε τα καμποχώρια. Τι
εκκλησιές, τι αρχοντόσπιτα, τι βρύσες και πηγάδια.!Έπιανε την πέτρα,
πελεκούσε τις γωνίες, την ημέρευε, την μαλάκωνε. Έτσι ημέρεψε και τη
Φωτούλα. Την πήρε απ’ τον κάμπο,με βιολιά και νταούλια και την πήγε νύφη
στο χωριό του, τρεις ώρες δρόμο. Μέρα Πασχαλιά. Η Φωτούλα τ’ αγάπησε
το χωριό, τον κάμπο δεν τον ήθελε.Μόνο πίκρα θυμόταν από δαύτον.
Τουρκόσπορους
τις ανέβαζαν, ξενομερίτισσες τις κατέβαζαν. Η μάνα της, χήρα,έριξε τον
μπόγο με το σπιτικό της στην πλάτη, δυο κορίτσιαστο ένα χέρι και μια
γριά, την πεθερά της στ’ άλλο,κι έφυγε απ’ το Ακσαράι να σώσει ό,τι είχε
απομείνει.Ούτε τον άντρα της δεν πρόλαβε να κλάψει. Πότε δω, πότε κει,
πότε σε θάλασσα και πότε σε στεριά, μέχρι που της είπαν, θα πας στη
Γούνιτσα. Ούτε το διάλεξε, ούτε παραπονέθηκε. Μεροδούλι μεροφάι στα
χωράφια, κατάφερε να στήσει το καλύβι της. Έβαλε μια σειρά. Αναθάρρησε!
Αμ δε! Θέλει ν’ ανθίσει το δεντρί κι η πάχνη δεν τ’ αφήνει. Αυτό δεν
ήταν πάχνη, θειάφι ήταν. Σε αυτό το σημείο, οι σκέψεις της Φωτούλας
πάντα αλλαξοδρομούσαν και τα μάτια της γίνονταν γκρίζα, μολυβένια. Με
τέτοια μάτια γύρισε στο σπίτι και κάθισε να πάρει μια ανάσα στο
πλατύσκαλο. Αυτά τα μάτια αντίκρυσαν τα παιδιά και η «δασκάλα», με τα
λαζαράκια και τα καλαθάκια στα χέρια,όταν πλησίασαν στην αυλή της
Φωτούλας για να πουν τα κάλαντα του Λαζάρου.
Είχαν
πολλά χρόνια ν’ ακουστούν παιδικές φωνές στο χωριό. Όταν οι χωριανοί
άκουσαν ότι θα φέρουν στο χωριό οικογένειες προσφύγων, αναστατώθηκαν.
Μόνο αυτοί τους έλλειπαν, δεν πρόκαναν να ησυχάσουν από τις επιδρομές
των Αλβανών, τώραθα έφερναν τους πρόσφυγες, γιατί δεν έμειναν στην
πατρίδα τους κι έρχονται εδώ, τους βάζουν στα σπίτια τους και να δεις
που με τον καιρό θα τους τα πάρουν για δικά τους… Ανησυχία,κουβέντες του
καφενείου, κι απ’ το ένα στόμα στο άλλο οι κουβέντες μεγάλωσαν κι
έγιναν φόβος κι απ’ το φόβο διπλοκλείδωσαν τα σπίτια και τις καρδιές
τους και κοίταζαν τους πρόσφυγες πίσω από τα πλεχτά κουρτινάκια.
Απόρθητοι.
«Όλα τα φρούρια έχουν την κερκόπορτά τους», σκεφτόταν η
υπεύθυνη της Ύπατης Αρμοστείας για τα παιδιά των προσφύγων, η
«δασκάλα» όπως την έλεγαν στο χωριό.Η άλωση άρχισε από το καφενείο. Η
«δασκάλα», πολιόρκησε τους παππούδες με τα χαμόγελα και τις φωνούλες των
παιδιών. Τα πήγαινε στο καφενείο, τάχα για να πιει κι αυτή ένα καφέ. Η
αρχή έγινε με μια καραμέλα, μετά μια πορτοκαλάδα, κερδισμένη στην πρέφα
και ύστερα παππούδες και παιδιά άρχισαν να ξεθαρρεύουν. Τα νοήματα
έδιναν κι έπαιρναν αφού τα παιδιά δεν ήξεραν γρυ, ελληνικά.Γκριμάτσες,
χειρονομίες, εκφράσεις, γέλια και φωνούλες βομβάρδιζαν τους φόβους και
τις άμυνες των παππούδων που άφησαν για λίγο την πρέφα. Η πρώτη λέξη που
τους έμαθαν, ήταν «παππούς». Όταν μάλιστα ήρθε και κόλλησε δίπλα το
όνομα και τα παιδιά φώναζαν από μακριά παππού -Νίκο, παππού-Σωτήρη, ή
παππού-Μανώλη, εκεί πια, τα κάστρα έπεσαν. Μετά ήρθε η λέξη «γιαγιά»,
ύστερα απέκτησεπρόσωπο, γιαγιά-Μαρία, γιαγιά -Κούλα και το πρόσωπο
έγινε αγκαλιά, διψασμένη για χάδι παιδικό. Τα παιδιά λειτούργησαν σαν
συγκολλητική ουσία κι έφεραν κοντά τους κατοίκους με τους γονείς τους.
Όλοι αναζητούσαν την ίδια πατρίδα. Την πατρίδα των παιδικών χρόνων. Αυτή
που μοιάζει μ’ αιώνιο καλοκαίρι ακόμη κι όταν συνειδητοποιείς ότι η
αθωότητα, η ελευθερία και τα όνειρα δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση.
Η
Φωτούλα έμεινε έξω από αυτή την ώσμωση. Δεν κατάλαβε αλλά ούτε και
ήθελε να συμμετέχει σε αυτόν τον συγχρωτισμό και την αλλαγή στις
διαθέσεις και τα συναισθήματα των συγχωριανών της.Στο γειτονικό σπίτι,
παρατημένο από χρόνια, είχε εγκατασταθεί μια οικογένεια προσφύγων.
Τόσους μήνες δεν γύρισε, ούτε μια φορά, το κεφάλι της να τους κοιτάξει.
Έβγαινε στην πίσω αυλή με τον ψηλό τοίχο για να μη τους βλέπει.
Η
Φωτούλα μπήκε στο σπίτι πριν προλάβουν ν’αρχίσουν τον «Λάζαρο». Έφτασε η
Μεγάλη Πέμπτη και στο διπλανό σπίτι, των προσφύγων, υπήρχε μεγάλη
κινητικότητα. Η Φωτούλα, πίσω από την κουρτίνα, έβλεπε πολλές γυναίκες,
από αυτές τις ξένες, να πηγαινοέρχονται μαζί με τα παιδιά τους. Γέμισε η
αυλή παιδιά και φωνές. «Σήμερα της Σταύρωσης κι αυτές έχουν πανηγύρι»
μονολογούσε η Φωτούλα. Βγήκε στην αυλή, τάχα για να σκαλίσει το παρτέρι
με τα λουλούδια, κάτι ζουμπούλια που ανθίζουν κάθε χρόνο, μόνα τους.
«Μόλις περάσει το Πάσχα, θα φωνάξω τον Αποστόλη να μου χτίσει ένα τοίχο
μέχρι πάνω» σκέφτηκε κοιτάζοντας τα αραιά ξύλα του φράχτη που χώριζαν
τις δυο αυλές. Μια μυρωδιά της τρύπησε τα ρουθούνια. Μυρωδιά ψωμιού,
κουλούρας. Έμεινε ανακούρκουδα, με το σκαλιστήρι στο χέρι. Ένα κοριτσάκι
μπήκε, σχεδόν μισό, ανάμεσα στα ξύλα του φράχτη κι άπλωσε το χέρι προς
τη Φωτούλα, κρατώντας μια κουλουρίτσα μ’ ένα κόκκινο αυγό στο κέντρο. Η
Φωτούλα πάνιασε λες και είδε φάντασμα. Από τα μάτια της έτρεχαν τα
δάκρυα ποτάμι, βουβό.
Είχε να κλάψει από τότε που ήταν εννιά
χρονών. Αυτή εννιά και η Μορφούλα,η αδερφή της, έξι. Μεγάλη Πέμπτη ήταν
και τότε. Η γιαγιά έδωσε τιςζεστές κουλουρίτσες στα κορίτσια και τις
έστειλε να βγάλουν τις κατσίκες για βοσκή, δίπλα στο ποτάμι, μέχρι να
ξεφουρνίσει και τ’ άλλα ψωμιά. Η Μορφούλα έτρεχε κυνηγώντας τις
κατσίκες, της έπεσε η κουλουρίτσα απ’ το χέρι, κατρακύλησε στην όχθη…
έτρεξε να την πιάσει… το ποτάμι είχε φουσκώσει… η όχθη σε μερικά σημεία
είχε γίνει βάλτος… η Φωτούλα δεν πρόλαβε… το σπιτικό τους σταυρώθηκε…
AD
Η
Φωτούλα δεν έκανε ποτέ της μήτε Λαζαράκια, μήτε κουλούρες, μήτε κι
έκλαψε από τότε. Μόνο τώρα, μετά από εβδομήντα χρόνια. Μπήκε στο σπίτι
κι έκλαψε ώρες, έκλαψε για τα εβδομήντα άνυδρα χρόνια της. Χρωστούμενες
χοές για όλες τις απώλειες της ζωής της.
Το σούρουπο, βγήκε από το
σπίτι, με δυο στεφάνια και μια αγκαλιά ζουμπούλια. Άφησε τα λουλούδια
και το ένα στεφάνι στην εξώθυρα των γειτόνων. Η μικρή έτρεξε κοντά της,
την έπιασε απ’ το χέρι.Στο πλατύσκαλο μια όμορφη νέα γυναίκα κι ένα
ακόμη κοριτσάκι της χαμογελούσαν. Στην εκκλησία, στάθηκαν δίπλα της. Η
Φωτούλα άπλωσε τα χέρια και δυο παιδικά χεράκια φώλιασαν στα δικά της. Ο
παπάς έψελνε, «Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.Δείξον ημίν και την
ένδοξόν σου Ανάστασιν.»